Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Διήγημα: Ντύσου πρόχειρα και βάλε ......το ψυμίθι

              Ντύσου πρόχειρα και βάλε….. τo ψυμίθι

(συνέχεια του "Λεγεωνάριου του Έρωτα")

          

"Τους έστρωσαν για να βρίσκουν και να μας….. πιάνουν"
        Οι Ρωμαίοι δεν έφτιαξαν αυτούς τους υπέροχους δρόμους για να πηγαίνουμε παντού στην αυτοκρατορία τους. Δεν σκέφτονταν τους υποτελείς Έλληνες και την αγάπη τους για την πεζοπορία. Τους έστρωσαν για να βρίσκουν και να μας….. πιάνουν καθώς βαδίζουμε πάνω τους. Έτσι σκέφτηκε η Αφροδίτη και οι σκέψεις ανεβοκατέβαιναν χτυπώντας την κορυφή του κεφαλιού της συγχρονισμένες με τα ισχυρά τραντάγματα της άμαξας που την απομάκρυνε από τους Στόβους. Το έγκλημά της θα είχε αποκαλυφθεί τώρα και οι διώκτες της θα ήταν ήδη στο κατόπι της, τρέχοντας πάνω στις ίδιες πλάκες για να την πιάσουν και να…….ούτε να σκεφτεί μπορούσε τα βασανιστήρια που έκαναν στους εγκληματίες. Στη δολοφόνο ενός εκατόνταρχου!!! Ίσως να θαύμαζε και το Κολοσσαίο της Ρώμης όταν θα την προσφέραν τροφή στα λιοντάρια του.  

           Πήδηξε εύκολα από το αργοκίνητο κάρο και έτρεξε μπροστά να δώσει στον έκπληκτο χωρικό έναν χρυσό σηστέρτιο για τη χάρη που της έκανε. Βγήκε από τον δρόμο και κατηφόρισε την πλαγιά προς τον Ελικώνα. Θα την κατέβαζε αυτή τη φορά στη θάλασσα. Ο ποτάμιος Θεός θα παράσερνε και τα δικά της κρίματα και θα τα ξέπλενε στις γυαλιστερές του πέτρες ώσπου να της επιστρέψει καθάρια την ψυχή της όταν θα φθάνανε στο πέλαγος. Βάδισε πολλές μέρες ακόμη μακριά από πόλεις και ανθρώπους. Κάποιοι λεγεωνάριοι που την είδαν την αψήφησαν. Τα κοντά μαλλιά και το σφιχτό της χιτώνιο την έκαναν να μοιάζει με αγόρι. Ένα ακόμη ορφανό που περιφέρονταν ξυπόλητο στους αγρούς της κατακτημένης Ελλάδας.

           

"...ακουμπούσαν τους αγκώνες της πιο αστραφτερά από ποτέ" 
       Κάποτε η κούραση τη μέθυσε. Στο πληγιασμένο σώμα της ξεχύθηκαν ουσίες γλυκές και την κατέκλυσαν. Ένα μελένιο μούδιασμα απλώθηκε σε όλο της το κορμί. Κάθισε στα ριζά μιας καστανιάς. Το δάσος είχε έρθει να την υποδεχθεί στις πύλες της πόλης.  Είχε σχεδόν φθάσει αλλά δεν το ήξερε. Τα βλέφαρα της αρνούνταν να σηκωθούν και τα μάτια της ήταν απρόθυμα να προπορευτούν στον δρόμο της. Αποκοιμήθηκε. Την χάϊδεψε η ευωδία της Θεάς και την τράβηξε έξω από τη μυστική εκείνη κάμαρα που καταφεύγουν οι θνητοί όταν κοιμούνται.

- Έρχεσαι σε μένα, αλλά δεν έφθασες ακόμη. 

"Για να σμιλέψει η ψυχή αντίγραφα" 

         Δεν μπόρεσε να απαντήσει. Ανέβαινε ακόμη τα σκαλιά της κάμαρας, τρέχοντας τώρα που κατάλαβε πως η Θεά ήταν στη θύρα του Ύπνου και της μιλούσε. Η Θεά ήταν όπως την φαντάζονταν από μικρό κορίτσι. Έτσι είναι οι Θεοί. Γι’ αυτό φτιάχνουν τα αγάλματα οι Έλληνες. Για να σμιλέψει η ψυχή του καθενός αντίγραφα.

- Βάλε λίγο ψυμίθι στις παρειές και στα χείλη σου και έλα να με υπηρετήσεις στον ναό μου στο Δίον.

           Έτεινε το χέρι της και της έδωσε το δρύϊνο κουτί. Έβαλε το δάκτυλο της στην κόκκινη σκόνη και την άπλωσε στο αναψοκοκκινισμένο της μάγουλο.

- Και τα μαλλιά σου, λούσε τα και πιάσ' τα με τη….λόγχη σου.

           Πετάχτηκε πάνω αλαφιασμένη από το θείο όνειρο. Πήρε το ομορφοσκάλιστο κουτί με τα ψυμίθια από τα ριζά του δένδρου. Έψαξε τις πτυχές του χιτώνα της για την κοκάλινη βελόνα. Τα μαλλιά της θρεμμένα από το άγγιγμα της Θεάς ακουμπούσαν τους αγκώνες της πιο αστραφτερά από ποτέ. Τα έπιασε κότσο με τη βελόνα και μπήκε στο δάσος.

           Έφθανε στο Δίον.            

Ιωάννης Μπαχάς

θεσσαλονίκη, 20/2/2021



       Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της ψηφιακής δράσης "Το μουσείο έχει (τη δική σου) ιστορία!". Οι φίλοι του Μουσείου καλούνται να εμπνευστούν μια ιστορία ή ένα ποίημα από μια σειρά εκθέματα που προτείνει. Είχα τη χαρά και την τιμή να δημοσιευτεί η ιστορία της Κλαυδίας, αλλά και η συνέχεια της, στη σελίδα του Α.Μ.Θ. αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα του. Σας παροτρύνω να γράψετε και εσείς μια ιστορία. Οι καλοί μου φίλοι Δημήτρης Παπαδόπουλος και Κατερίνα Κρυστάλλη, ανταποκρίθηκαν. Σύντομα θα δημοσιεύσω και τις δικές τους ιστορίες και ποιήματα.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Διήγημα: Ο οργασμός της καραβίδας

Ο «οργασμός της καραβίδας» στο Αρχοντικό της Σύρου

της Θεονύμφης Γαϊτανάκη 
Στην Σύρο, του Ερμή το σεπτό ναό.
        Πόσα πολλά τ’ Αυγούστου Σάββατα περνούν, μα εκείνο ήταν ευωδιαστό και αντλούσε τη μοναδικότητά του από την ιδιαιτερότητα των γεύσεων. Τα αρώματα των εδεσμάτων περιπλεγμένα με την ανθρώπινη κίνηση βοούσαν και απλώνονταν σε κάθε πέτρινη γωνιά. Μα που αλλού; Στην Σύρο, του Ερμή το σεπτό (1) ναό. Ένα τοπίο αττικό (2) όπου φωλιάζουν πετραδωτές δομές, του ανέμου η προστασία να γενούν. Και κάπου εκεί σ’ ένα από τα «οχυρωμένα» στενά, με φωτισμό χαμηλό και ατμόσφαιρα κοσμοπολιτισμού, βρεθήκαμε μπροστά στο Αρχονταρίκι.
Σ' ένα από τα "οχυρωμένα" στενά...
   Οι αισθήσεις αναρίγησαν από τις ευωδιές των πιάτων και έπειτα από μία σύντομη βόλτα επιστρέψαμε στον τόπο, όπου επρόκειτο να γίνει σημείο γευστικού οργασμού. Η εμπειρία ήταν ολότελα απρόσμενη. Όταν έφτασε η σαλάτα, η γλυκόξινη γεύση του σταφυλιού αναμεμειγμένη με το παραδοσιακό τυρί- ανθότυρος- δεν άργησαν να διεγείρουν γλυκά τον ουρανίσκο μας. Η απόλαυση όμως άρχισε να γίνεται εντονότερη, όταν εμφανίστηκε στο τραπέζι μας ένα πιάτο ονόματι «Παπαρδέλες με Καραβίδες και Κρέμα Γαρίδας». Στην αρχή φαινόταν σαν κάτι άγνωστο, αλλά όσο περνούσε η ώρα παραδινόμασταν χωρίς αντίσταση στην απόλαυση που μας προσέφεραν τα οστρακοειδή. Η θαλασσινή οσμή δημιουργούσε την εντύπωση ότι βρισκόμασταν κάπου ανοιχτά του πελάγους και απολαμβάναμε μια βραδινή βόλτα με ιστιοφόρο. Η ευχαρίστηση μας πολλαπλασιάστηκε με ζουμερές γαρίδες και «Λαζάνια με Φρέσκα Λαχανικά». 
"Παπαρδέλες με καραβίδες"
   Σε όλη τούτη την οργασμική συνθήκη δεν έλειπαν οι αλληλεπιδράσεις με τους ανθρώπους του αρχοντικού που προσέθεταν λεπτές αποχρώσεις οικειότητας στη γαριδίσια  κρέμα. Όσο προχωρούσε η βραδιά, το λευκό ξινούτσικο κρασί μας έδινε τη δυνατότητα να διατηρούμε ζωντανή την ανάμνηση της καραβίδας. Καιρό μετά, όταν φέρνουμε  στο νου  το νησί, η παρουσία μας στο Αρχονταρίκι της Μαρίτσας γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι του «νόστου» των συριανών μονοπατιών. 


Κατερίνα Μαυρουπλάκη 
Θεονύμφη Γαϊτανάκη  
Σοφία Καραλάκη  
ΟΙ ΧΟΡΤΑΣΜΕΝΕΣ 
            


[1] Που προκαλεί ευλαβικό σεβασμό.
[2] Αφορά στην ενέργεια και το φως που εκπέμπει το ελληνικό τοπίο, την κυριαρχία του μπλε χρώματος και την καθαρότητα των γραμμών που συναντώνται κατά βάση στην Αττική και τα νησιά του Αιγαίου.  Όλα αυτά αποτυπώνονται στην απλότητα και την αρμονία της αρχαίας και βυζαντινής αρχιτεκτονικής. 

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Διήγημα: Το Ταξίδι Αρχίζει...

Το Ταξίδι Αρχίζει... 

Διήγημα του Χρήστου Κυρκενίδη

"Η δικιά μας είναι;"
    Βημάτιζε αμήχανα πέρα δώθε. Τα βήματά του ακούγονταν στο δάπεδο του προθαλάμου του χειρουργείου. Του χειρουργείου που βρισκόταν η γυναίκα του. Η μέρα είχε ξεκινήσει υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες. Είχαν επισκεφτεί τον γιατρό για έναν τυπικό έλεγχο και αυτός τους είπε ότι πρέπει να την κρατήσουν. Ο τοκετός πλησίαζε. Βέβαια το ότι πλησίαζε τους το είπαν το πρωί, άλλα είχε βραδιάσει. Η κόρη τους σκόπευε να τους παιδέψει μέχρι να τη δουν.
Το μυαλό του το αισθανόταν σα την θάλασσα. Πλημμυρίδα και άμπωτη. Τη μια στιγμή ένοιωθε ότι σκεφτόταν εκατομμύρια πράγματα ταυτόχρονα και την επόμενη ότι ήταν εντελώς άδειο, σαν να μην είχε σκεφτεί ποτέ του τίποτα. Δεν ένοιωθε άγχος, ήταν από τη φύση του αισιόδοξος άνθρωπος, αλλά μια ανησυχία την είχε. Τις στιγμές της πλημμυρίδας στο μυαλό.
Τη στιγμή που τελείωνε τη χιλιοστή διαδρομή από τον ένα τοίχο στον άλλο, ακούστηκε ένα δυνατό και καθαρό κλάμα μωρού. Ήταν τόσο δυνατό και καθαρό που ακούστηκε μέχρι και έξω στο διάδρομο κάνοντας τη νεόκοπη γιαγια να ανοίξει την πόρτα και να ρωτήσει το γιο της με μάτια που γυάλιζαν από τα δάκρυα : «Η δικιά μας είναι;».
Μετά από λίγα λεπτά, μία νοσοκόμα έβγαλε την κόρη του από το χειρουργείο και τότε την είδε για πρώτη φορά. Είχε πυκνά μαύρα μαλλία και ορθάνοικτα μάτια που έμοιαζαν να σε κοιτάνε κατάματα. Ήταν ροδοκόκκινη και έμοιαζε σε αρκετά καλή κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη το ζόρι που είχε περάσει μέχρι να γεννηθεί. Αλλά ήταν εκεί, γεννημένη και υγιέστατη, όπως υγιέστατη ήταν και η γυναίκα του, πέρα από την κούραση του πολύωρου τοκετού.
Η νοσοκόμα του είπε να έρθει μαζί της και πήγανε όλοι μαζί έξω στο διάδρομο, όπου οι γιαγιάδες και ο θείος την είδαν και αυτοί για πρώτη φορά. Χαρές και κλάματα. Έπειτα πήγανε στην αίθουσα των νεογνών. Η νοσοκόμα του είπε να περιμένει σε ένα δωματιάκι όπου υπήρχε μια τζαμαρία που του επέτρεπε να παρατηρεί την όλη διαδικασία. Πήραν την κόρη του, την έπλυναν, την σκούπισαν - λίγο βάρβαρα, όπως του φάνηκε, είναι η αλήθεια – και την ζύγισαν. Μετά, της έβαλαν και μελάνι στο ποδαράκι της και πήραν ένα μωρουδίστικο αποτυπωματάκι.
Όταν τελείωσαν όλα αυτά, τη φασκιώσανε και τη φέρανε στο μικρό δωματιάκι και χωρίς καμιά προειδοποίηση την έβαλαν στην αγκαλιά του. Στην αρχή ξαφνιάστηκε, μιας και δεν περίμενε να επιτρέπεται αγκαλιά σε μωρό λίγων λεπτών. Επίσης, φοβόταν ακόμα και να ανασάνει όσο την κρατούσε. Τότε εκείνη τον κοίταξε κατευθείαν μέσα στα μάτια, του έσφιξε το δάκτυλο με το χεράκι της και του χαμογέλασε. Το ταξίδι αρχιζει.


Χρήστος Κυρκενίδης

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Παιδικό Διήγημα: Και τα βιβλία τρελάθηκαν...

Και τα βιβλία τρελάθηκαν…

του Χρήστου Κυρκενίδη


      Τιμούμε την Παγκόσμια Μέρα Παιδικού Βιβλίου (2 Απριλίου) με τη δημοσίευση του παιδικού διηγήματος του συνεργάτη του ιστολογίου μας Χρήστου Κυρκενίδη. Ο συγγραφέας μέσα από την μικρή ιστορία του προσφέρει και έναν οδηγό ανάγνωσης με επιλεγμένα βιβλία που καλεί τα παιδιά να τα ανακαλύψουν. Τον ευχαριστούμε. 

   
"Τα βιβλία στέκονταν κουρασμένα..."
Απόλυτη ησυχία επικρατούσε στην αίθουσα. Είχε σουρουπώσει και τα πάντα ήταν καλυμμένα με ένα πέπλο σκιάς. Τα βιβλία στέκονταν κουρασμένα πάνω στα ράφια και περίμεναν νωχελικά την επόμενη μέρα, μήπως και τα δανειστεί κάποιος και πάψουν να είναι άχρηστα.  Γιατί τι άλλο σκοπό έχει ένα βιβλίο εκτός από το να διδάσκει, να ψυχαγωγεί και να διασκεδάζει; Δυστυχώς, όμως, αυτό δε γίνεται όταν αυτά μαζεύουν σκόνη στα ράφια της βιβλιοθήκης.
     Η αίθουσα αυτή είναι μια δανειστική βιβλιοθήκη. Μια σχολική δανειστική βιβλιοθήκη. Μόλις πριν λίγη ώρα κλείδωσε και έφυγε η Καθηγήτρια, ενώ ο Υπεύθυνος είχε φύγει από το μεσημέρι όταν και τελείωσε η βάρδιά του. Τα βιβλία είναι μόνα τους τώρα και επικρατεί εκείνη η απόλυτη σιγαλιά που κάνει τα αυτιά σου να βουίζουν. Κι όμως… 
"Ο Υπεύθυνος είχε φύγει από το μεσημέρι...."
      Αν προσέξει κάποιος πάρα πολύ καλά , θ’ ακούσει ένα πολύ αχνό και σιγανό κλάμα. Από πού να έρχεται άραγε; Μοιάζει να ακούγεται από κάποιο βιβλίο. Είναι δυνατόν ; Ναι, είναι. Το κλάμα ακούγεται πράγματι από  ένα βιβλίο , συγκεκριμένα το "Γυναίκες στην Πορφύρα". Τι να συμβαίνει ;
- Ουφ, πάψε πια, είπε αγριεμένα ο "Αννίβας". Για πόσο ακόμα θα μυξοκλαίς ;
- Δε φταίω εγώ, το παράπονο με πνίγει , απάντησε το "Γυναίκες στην Πορφύρα".
- Άστο ήσυχο, επενέβη η "Ποθητή". Έχει και αυτό τα βάσανά του.
- Τι βάσανα δηλαδή;
- Δε…δε με έχει δανειστεί ποτέ κανένας, είπε κομπιάζοντας από το κλάμα το "Γυναίκες στην Πορφύρα".
- Γιατί εμένα μ’ έχει δανειστεί κάποιος ;
- Ναι, αλλά εσένα σε διάβασε ο Υπεύθυνος, πετάχτηκε ο "Δάσκαλος του Χέοπα". Ενώ εγώ…Τι τους ήρθε και έβαλαν αυτό το «Δάσκαλος» στον τίτλο μου; Είμαστε σε σχολική βιβλιοθήκη και οι μαθητές αρρωσταίνουν όταν ακούν αυτή τη λέξη. ΧΑ..! Θα γεράσω αδιάβαστος.
- Σιγά. Με διάβασε ο υπεύθυνος και κάτι τρέχει στα γύφτικα. Εγώ θέλω να βγω από δω μέσα, να ταξιδέψω, να γνωρίσω νέους κόσμους…
- Καλά αυτός έχει ξεφύγει, σχολίασε ειρωνικά η "Ποθητή". Αν βγεις από δω μέσα ρε ψώνιο, το πολύ-πολύ να πας μέχρι το σπίτι κάποιου μαθητή και όλος ο κόσμος σου θα είναι το εσωτερικό μιας σχολικής τσάντας ή το πολύ-πολύ ένα εφηβικό δωμάτιο.
- Εγώ θέλω απλώς να διαβαστώ από οποιονδήποτε και οπουδήποτε, ψιθύρισε θλιμμένα το  "Γυναίκες στην Πορφύρα".
- Ησύχασε καλό μου, μην αγχώνεσαι να δικαιολογηθείς σε αυτούς τους σωβινιστές, το καθησύχασε η "Ποθητή". Που να καταλάβουν αυτοί τα συναισθήματα που δημιουργεί ένα βιβλίο με ηρωίδα μια γυναίκα που…

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Διήγημα: Ο Σίσυφος στην πρεσβεία του Αχιλλέα- Μύθος ή Αλήθεια;

Ο Σίσυφος στην πρεσβεία του Αχιλλέα-Μύθος ή Αλήθεια;

Διήγημα της Δήμητρας Σιδηροπούλου


     
"Το κλέος αυτό κυβερνά τον Αχιλλέα..."
 Το Αυγουστιάτικο φεγγάρι σε συμπαρασύρει στη δίνη του πάθους, του ταξιδιού, μεθάς μαγεμένος από το φως του, στέκεσαι ανήμπορος να αντισταθείς στη γοητεία του. Ο Σίσυφος μελετούσε στο φως του φεγγαριού την Ιλιάδα του Ομήρου και διάβαζε την Ι ραψωδία ως αργά στο μπαλκόνι του τους στίχους για την πρεσβεία που στάλθηκε στον Αχιλλέα με στόχο να απαλύνει τη μήνιδα του. Δεν μπορεί να υπερέχει πάντα ο πόλεμος σκεφτόταν. Οι ηρωϊκές συνθήκες επιβάλλουν τα ιδανικά της εποχής, ανδρεία και γενναιότητα, τιμή και δόξα, ομιλία και αφοσίωση στον αρχηγό. Ο  Όμηρος από την άλλη επέλεξε τα πιο προσφιλή και οικεία πρόσωπα στον Αχιλλέα. Δεν μπορεί, ο Αχιλλέας πρέπει να εγκαταλείψει το θυμό του, πρέπει να γυρίσει στους Αχαιούς που τον έχουν ανάγκη γιατί δοκιμάζονται. Εξαντλούν όλα τα συναισθηματικά και λογικά επιχειρήματα, αλλά το κλέος αυτό κυβερνά τον Αχιλλέα, αυτό αναζητούν  και όλοι οι ομηρικοί ήρωες.
Πόσο θα ήθελε να ήταν και αυτός στην πρεσβεία που θα προσέγγιζε τον Αχιλλέα να υπερασπιστεί τους Αχαιούς που κινδύνευαν. Η ώρα περνούσε και αυτές οι σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του μέχρι που νύχτωσε και το αυγουστιάτικο φεγγάρι τον σκέπασε με το φως του, φώτισε τις σελίδες του βιβλίου του στις οποίες  έγειρε καθώς ο ύπνος ζωντάνεψε τις σκέψεις του με σάρκα και οστά. 
       
"Ήρθα για να σε προστατεύσω..."
      Ανάμεσα στον Αίαντα, τον Φοίνικα και τον Οδυσσέα ήταν και ο Σίσυφος αρματωμένος με μια στρατιά επιχειρημάτων, στρατευμένος να μεταπείσει τον Αχιλλέα. Είχε έναν μόνο στόχο, να αλλάξει τον μύθο, να δώσει το στίγμα του σ’ αυτή την ιστορία που με γεωμετρική συμμετρία χάρισε στον αναγνώστη την αίσθηση πληρότητας. Στη διαδρομή προς τους Μυρμιδόνες αναλογιζόταν πως δεν θα αφηγηθεί γεγονότα του παρελθόντος, δεν θα επικαλεστεί τους Θεούς, αλλά θα πείσει τον Αχιλλέα να αποδεχθεί τα δώρα του Αγαμέμνονα, γιατί αυτό είναι και το δικό του συμφέρον. Ο Σίσυφος με τις δικές
  του ανθρώπινες δυνάμεις ,χωρίς θεϊκές παρεμβάσεις έφτασε με τους συντρόφους του στη σκηνή του Αχιλλέα. Εκείνος, ξαφνιασμένος τον ρωτά γιατί ήρθε κοντά του. Ο Σίσυφος του απαντά για να μη γίνει το θέλημά του. Δε θέλω την ομηρική νομοτέλεια Αχιλλέα, δεν θέλω να πεθάνεις ενώ ζεις, να βιώσεις έξω από τα ανθρώπινα όρια την αποστασιοποίηση και τον πόνο. Ήρθα για να σε προστατεύσω, τέτοιο θάρρος που έχεις επιδείξει από θυμούς μη πάει χαμένο.
"Είχε έναν μόνο στόχο, να αλλάξει τον μύθο..."
         Δε συγκινούμαι με τα δώρα του αρχηγού σου Σίσυφε και αυτό να μεταφέρεις, μα πες μου τέτοια έχεις φώτιση ότι απομονωμένος θα ζήσω ζωντανός νεκρός;
Ναι,  Αχιλλέα μου, ο θάνατος του φίλου σου θα είναι και δικός σου πνευματικός θάνατος, ηθική αυτοκτονία. Οι Ερινύες θα σε καταδιώκουν γιατί εξαιτίας της μήνιδας σου θα σκοτωθεί εκείνος, ο Πάτροκλος, ο πιο αγαπημένος σου. Είθε οι γενιές που έρχονται  να μιλούν για σένα, για τη σοφία που επέδειξες, την ευσπλαχνία όταν οι σύντροφοι σου σε ικετεύαν στη μάχη να ξαναέρθεις. Με μιας η οργή μαλάκωσε, καθάρισε το μυαλό του, διαλύθηκαν τα σκοτάδια της ψυχής του. Ο Αχιλλέας συλλογίστηκε ότι το λάθος του Αγαμέμνονα δεν πρέπει να γίνει και δικό του λάθος. Δεν θα βοηθήσει για να ανταμειφθεί, αλλά για να διασώσει το φίλο του, και τη δική του τιμή. Δεν τον νοιάζει αν ο Αγαμέμνονας πλαισιώνεται από πιστούς πολέμαρχους , τον νοιάζει να μην προδώσει το δικό του πιστό φίλο. Και έτσι η ένδοξη ζωή, αν και σύντομη τον κερδίζει, και απαντά θετικά στον Σίσυφο. Ο σκοπός της αποστολής του επιτεύχθηκε. 
     
"Σίσυφε, ξύπνα..."
Τα κατάφερα, αναφώνησε και όρμηξε στα καράβια να μεταφέρει τα νέα στους Αχαιούς. 
Σίσυφε, ξύπνα ακούστηκε η τρυφερή φωνή της μητέρας του, ξημέρωσε κι έχεις αποκοιμηθεί στο βιβλίο. Ναι, μητέρα ,αλλά τα κατάφερα, η επάνοδος του Αχιλλέα ήρθε χωρίς τον όλεθρο. Δεν κινδύνευσαν τα ελληνικά πλοία να πυρποληθούν  και δεν χρειάστηκε να ακούσει άλλες ικεσίες ο Αχιλλέας.
       Έστω κι έτσι, ο Σίσυφος έσωσε τον Αχιλλέα από την ύβρη  απέναντι στους Θεούς, τον βοήθησε να  ανακτήσει τις πολιτισμένες του θέσεις  και να αποκτήσει αυτοσυνειδησία που προήλθε από τη συνειδητοποίηση ότι δεν ήθελε να βιώσει την απώλεια του Πάτροκλου και να πεθάνει άδοξα. Συμφιλιώθηκε με τον Σίσυφο ο Αχιλλέας ως πάντρεμα μιας πανανθρώπινης αξίας που ξεπέρασε τα χρονικά όρια , προσέφερε ηθική ικανοποίηση και στους δύο ήρωες και ανέδειξε τις διαχρονικές αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Δήμητρα Σιδηροπούλου

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Διήγημα: Πώς είναι το Φθινόπωρο εκεί;

Πως είναι το Φθινόπωρο εκεί;

Συμμετοχή στον Γ' Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα "Φθινόπωρο"
     Συμμετείχα στον Γ' Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα το Φθινόπωρο, τον οποίο διοργάνωσε η ιστοσελίδα Eyelands. Κριτής των διηγημάτων ήταν η συγγραφέας Καίτη Στεφανάκη, η οποία θα επιμεληθεί μαζί με τον Βασίλη Χατζηβασιλείου τη συλλογή με τα διηγήματα που θα κυκλοφορήσει το επόμενο φθινόπωρο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Η διάκριση απονεμήθηκε ισότιμα σε όλα τα διηγήματα. Δεν υπήρξαν ειδικότερα βραβεία και η ανακοίνωση των ονομάτων έγινε με τη  σειρά συμμετοχής στο διαγωνισμό.
      Οι εκδόσεις Παράξενες Μέρες συγχαίρουν και τους 320 συγγραφείς που συμμετείχαν στον διαγωνισμό για τις ιστορίες που έστειλαν. Επιλέχθηκαν 37 διηγήματα για την έκδοση και θα μπορούσαν να ήταν πολύ περισσότερα αλλά υπάρχουν πάντα κάποιοι περιορισμοί και για τον αριθμό των διακρίσεων και για μια έκδοση.
Δημοσιεύω στο Φρούριο της Λήθης  το δικό μου διήγημα με τίτλο «Πως είναι το Φθινόπωρο εκεί;». Έμπνευση για το διήγημα μου έδωσε η είδηση που διάβασα σε εφημερίδα για την επιλογή μιας νεαρής Ελληνίδας, ανάμεσα σε άλλους νέους, για την πρώτη "επανδρωμένη" αποστολή στον πλανήτη Άρη. Μια αποστολή από την οποία, ανεξαρτήτως της έκβασης της, δεν θα επιστρέψουν οι πρωτοπόροι αστροναύτες. Την είδηση μπορείτε να την βρείτε και εσείς στον Τύπο. Καθώς το διήγημα μου δεν επιλέχθηκε για δημοσίευση, το θέτω μέσα από την ιστοσελίδα στην κρίση σας:
 Πως είναι το Φθινόπωρο εκεί;

-         Θα είναι σαν να πέθανες νέα.
-         Όχι, θα είναι σαν να πέθανες εσύ, του είπε γελώντας.
-         Σημασία έχει πως δεν θα ειδωθούμε ποτέ.
     Έκανε μια ακόμη προσπάθεια να την αποτρέψει από αυτό το ταξίδι.
- Θα βγεις τρομακτικός στις φωτογραφίες, μην κλαις.
     
"Το ταξίδι στον Άρη ήταν το παιδικό της όνειρο"
Σκούπισε τα δάκρυα του. Μπήκαν αγκαλιασμένοι στο σαλόνι για τη συνέντευξη. Κάθισαν πιασμένοι από τα χέρια στον καναπέ και δίπλα τους στην πολυθρόνα πήρε θέση η δημοσιογράφος. Μπροστά τους στο τραπέζι ήταν τοποθετημένα τα βιβλία της και τα ομοιώματα διαστημοπλοίων που συνέλεγε. Το ταξίδι στον Άρη ήταν το παιδικό της όνειρο.
      Η συνέντευξη ήταν γλυκόπικρη. Οι τηλεθεατές είδαν τη λάμψη στα μάτια και στα λόγια της κοπέλας. Ένοιωσαν τη λατρεία που της είχε ο νεαρός γυμναστής που όμως δεν μπορούσε να κρύψει τα δικά του βουρκωμένα μάτια που φανέρωναν όλη τη θλίψη του. Η Περσεφόνη δεν θα γύριζε ξανά στη Γη.
      Η μέρα της εκτόξευσης που θα έστελνε στον κόκκινο πλανήτη τους δέκα γήϊνους δεν θα αργούσε. Θα χρειαζόταν, όπως εξήγησε η επιστήμονας, δύο χρόνια εκπαίδευσης στην έρημο της Αριζόνα για να διδάξουν στα σώματα τους την εξωγήϊνη βαρύτητα.
      Ο Τηλέμαχος δεν θα πήγαινε ποτέ στον Άρη. Θα έπρεπε να ετοιμάσει τον εαυτό του να την αποχωριστεί οριστικά. Ονειρεύτηκαν μαζί ταξίδια, παιδιά που θα τα έβλεπαν να πηγαίνουν σχολείο… και οι Θεοί γελούσαν. Ιδίως ο Άρης.
      Λίγες μέρες πριν φύγει πήγαν βόλτα στις όχθες της λίμνης. Είναι  μαγευτικά τα Ιωάννινα το φθινόπωρο. Το μακρύ κόκκινο χαλί μουσκεμένο από τις βροχές αγκάλιαζε τα πόδια τους σαν μικρό παιδί που πέφτει στα πόδια της μάνας του για να μην την αφήσει να φύγει. Ο καιρός στην πόλη τους δεν άφηνε τα φύλλα να ξεραθούν και η ραθυμία των δημοσίων υπηρεσιών τους άφηνε να απολαύσουν  τα χρώματα και την αφή τους στο δρόμο. Της άρεσε το φθινόπωρο. Τις ψυχρές νύχτες του παρατηρούσε τα αστέρια και περνούσε ολόκληρα βράδια στο αστεροσκοπείο της Θεσσαλονίκης όταν ήταν φοιτητές.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Διήγημα: Αχτίδες στο σκοτάδι

Αχτίδες στο σκοτάδι

Διήγημα της Δήμητρας Σιδηροπούλου

      Η νέα συνεργάτιδα μας, Δήμητρα Σιδηροπούλου, είναι μια νέα εξαιρετικά δυναμική γυναίκα που συνδυάζει την ανατροφή των τριών παιδιών της, την επαγγελματική δραστηριότητα και τις πανεπιστημιακές σπουδές με επιτυχία ενώ βρίσκει τον χρόνο και καλλιεργεί με ζήλο και ευαισθησία το χάρισμα της δημιουργικής γραφής. Είναι δόκιμο μέλος της δραστήριας Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς λογοτεχνίας με σημαντικότερο, έως σήμερα, τη βράβευση της στον Διαγωνισμό «Ποίησης και Δημιουργίας» το 2015, όπου το διήγημα της κατέκτησε βραβείο μεταξύ χιλίων συμμετοχών. Μας εμπιστεύτηκε τα κείμενα της και σήμερα παρουσιάζουμε ένα από αυτά. 

«Αχτίδες στο σκοτάδι»

     Διήγημα για την έκδοση νέων συγγραφέων που παρακολούθησαν τα μαθήματα δημιουργικής γραφής του κυρίου Γιώργου Σανιδά.

   
"Όλα έμοιαζαν ιδανικά..."
Όλα έμοιαζαν ιδανικά στη νέα τους κατοικία η οποία συναντούσε κατά γενική παραδοχή το άπιαστο, το παραδεισένιο ειδυλλιακό περιβάλλον. Εκπλήρωνε τους κρυφούς τους πόθους, τους βαθύτερους της ψυχής που στοχεύουν ψηλά στο ωραίο. Εκεί ήταν το ευάερο και ευήλιο σπιτικό τους χτισμένο σε μια ωραία περίοπτη θέση με καταπληκτική θέα. Εκεί ξεκίνησαν τη ζωή τους ο Πέτρος και η Σοφία, δύο νέα παιδιά με πολλά όνειρα, όπως όλα τα νιόπαντρα ζευγάρια που πέτυχαν τον αυτοσκοπό της ζωής όπως έγινε ο γάμος άσχετα με το πώς καταλήγουν τελικά οι πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις. Είναι όμως για όλους έτσι με ατυχής κατάληξη ή μερικοί τη σώζουν δίνοντας καθημερινές μάχες με το πεπρωμένο; Οι γέροντες λένε όταν διαλύεται ένα σπίτι φταίει μόνο ο εγωισμός, οι δικαιολογίες είναι ανθρώπινες επινοήσεις που περιτυλίγουν αυτόν τον τοίχο που ορθώνει ανάμεσα στα ζεύγη. Η αλήθεια είναι ότι οι σημερινοί νέοι είναι βομβαρδισμένοι με πληροφορίες,
Internet, έχουν όλα τα κλειδιά που ξεκλειδώνουν την ευτυχία, τους απομονώνουν και τους στερούν την δια ζώσης επικοινωνία. Ένα όμως κλειδί  κλειδώνει την ευτυχία μέσα στο σπίτι, η ταπεινή αγάπη. Αν δεν έχεις αυτήν όσα άλλα αγαθά και να αποκτήσεις τα παίρνει όταν φύγει μαζί της.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Διήγημα: Οι Μύγες

Οι Μύγες
Διήγημα του Torrentas


"Κι απ' την άλλη οι αναθεματισμένες μύγες"
 Τι όμορφος που είναι έτσι που κοιμάται. Σαν άγγελος. Θυμάμαι τότε που ξαγρυπνούσα πλάι του μόνο και μόνο για να τον βλέπω να κοιμάται. Και κάποτε αυτός ξυπνούσε, με έβλεπε και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια.

Ο Γιώργος, ξαπλωμένος όπως ήταν στην ξαπλώστρα, άνοιξε τα μάτια του και έμεινε να παρατηρεί τα δέντρα του κήπου τους και τη θάλασσα που απλωνόταν στο βάθος προσπαθώντας να ηρεμήσει. Η θύμηση της του τριβέλιζε το μυαλό αυτό το ήρεμο απόγευμα. Κι απ’ την άλλη κι αυτές οι αναθεματισμένες μύγες. Το βράδυ σταματούν μόνο για να αναλάβουν τα κουνούπια και…μα με τι παιδεύεται το μυαλό ώρες ώρες.

 Θυμάμαι συχνά πως τον πρωτογνώρισα εκείνο το καλοκαίρι. Τον είδα στην παραλία να περπατάει προς τη θάλασσα προσπαθώντας να φαίνεται λεπτός και μυώδης, ρουφώντας την κοιλιά του. Πάντα με έκανε να γελώ.

Ο Γιώργος άνοιξε τα μάτια του. Δεν μπορούσε ακόμα να την βγάλει από το μυαλό του κι ας είχαν περάσει ήδη 8 χρόνια. Ελένη. Πέρασε καιρός από τότε. Ήταν μαζί για δύο όμορφα χρόνια. Μετά χωρίσαμε. Ύστερα από καιρό έμαθα ότι πέθανε. Ποτέ δεν έμαθα από τι. Ούτε τότε δε με είχε πειράξει τόσο, γιατί αγχώνομαι τώρα;

Τον αγαπούσα πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου. Γι’ αυτό και έπρεπε να χωρίσουμε. Να μη με δει να σβήνω μπροστά στα μάτια του. Πόσο θα θελα να τον αγγίξω στο πρόσωπο, να τον φιλήσω.

Ο Γιώργος δε μπορούσε να ησυχάσει. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που την είχε δει. Ήταν πανέμορφη. Ντυμένη στα άσπρα, με μια κοντή φουστίτσα και ένα πουκάμισο…Ήταν τέλεια. Και τότε ήρθε η πανωλεθρία. ‘‘Πρέπει να τελειώσουμε’’ και ‘‘Δεν πάει άλλο αυτή η σχέση’’ και όλα τελείωσαν. Και δεν την είδε ποτέ ξανά.

Δεν ήθελα να ξέρει τίποτα. Πόσο πολύ πονούσα τη στιγμή που του έλεγα να χωρίσουμε. Πιο πολύ ακόμα, όμως, πονούσα που δε θα καταλάβαινε ποτέ την αλήθεια. Που πίστευε ότι τον είχα προδώσει. Και τώρα είναι μπροστά στα μάτια μου. Μπορώ να τον αγγίξω ξανά.

"Στη βάση της λευκής τριανταφυλλιάς..."
Αμάν πια με αυτές τις μύγες, φώναξε ο Γιώργος. Σήμερα το έχουν παρακάνει. Δε σταματούν να τριγυρνάνε γύρω από το κεφάλι μου. Πότε θα σταματήσουν.

Λίγο ακόμα να πλησιάσω, σχεδόν έφτασα, μπορώ να τον αγγίξω, να νιώσω το τραχύ, ηλιοκαμένο του μάγουλο.

Σλαπ!

Επιτέλους σε πέτυχα, πανηγύρισε ο Γιώργος. Δε θα κάτσεις και πάνω στο κεφάλι μας, είπε θριαμβευτικά και άφησε το άψυχο σώμα της μύγας να πέσει στη βάση της λευκής τριανταφυλλιάς  που βρισκόταν δίπλα του και που, τώρα που το θυμάται, τόσο άρεσαν στην Ελένη.

Torrentas



Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Διήγημα: Το Σπίτι

Το σπίτι

Διήγημα του Χρήστου Κεσκίνη


Ο Χρήστος Κεσκίνης είναι ο νέος συνεργάτης της ιστοσελίδας μας. Προσφάτως κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές η νουβέλα του Bifrost, the path of warriors. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδη, όπως ο πλους με τα πλοία των Βίκινγκς, τα Ντρακάρ που τόσο γλαφυρά περιγράφει ο συγγραφέας. Αναζητήστε το. Μέχρι τότε, απολαύστε το διήγημα που μας έστειλε.  


"Στεκόταν εγκαταλελειμμένο και επιβλητικό..."
      Το σπίτι στεκόταν εγκαταλελειμμένο και επιβλητικό στην κορυφή του λόφου. Τριγύρω, κανένας δεν τολμούσε να χτίσει για τόσα πολλά χρόνια, που ένα πυκνό δάσος είχε αναπτυχθεί, αλλά ακόμη και αυτό έδειχνε να τρομάζει στην θέα του σπιτιού και να μην πλησιάζει. Κανένας πλέον δεν θυμόταν το γιατί, όμως όλοι ήξεραν ότι δεν έπρεπε να πλησιάσουν. Τόσοι πολλοί ήταν οι θρύλοι για εκείνο το μέρος που όσοι δεν το είχαν δει, δεν πίστευαν καν την ύπαρξή του. Ο κήπος του, χωρίς κάποιο χέρι να τον περιποιείται για τόσους αιώνες, ήταν γεμάτος αγριόχορτα και αγκάθια. Αυτό που κάποτε ήταν ένας όμορφος λαβύρινθος από θάμνους,  τώρα ήταν ένα χαοτικό σύμπλεγμα τεράστιων φυτών, μπλεγμένων μεταξύ τους. Στους τοίχους τα φυτά είχαν αρχίσει να αναρριχώνται με υπομονή και κάποια στιγμή το σπίτι θα γκρεμίζονταν. Όμως, σε πείσμα των ανθρώπων, οι πέτρες θα άντεχαν ακόμη αιώνες.
     Στο εσωτερικό του σπιτιού, το σκοτάδι ήταν αδιαπέραστο. Ακόμη και το καταμεσήμερο, το φως του Ήλιου, όταν κατάφερνε να προβάλει πίσω από τα μονίμως γκρίζα σύννεφα, δεν μπορούσε να διαπεράσει τις βαριές μαύρες κουρτίνες.  Τα έπιπλα, σαπισμένα από αιώνες, έλιωναν λερώνοντας τα χοντρά χαλιά στα μεγάλα δωμάτια του. Πριν από αμέτρητα χρόνια, αυτά τα δωμάτια φιλοξενούσαν χορούς και δεξιώσεις τόσο πλούσιες που θα έκαναν τους βασιλιάδες να ντρέπονται, αν το ήξεραν. Όμως τώρα, μόνο σιωπή απλώνονταν στο σπίτι. Απόλυτη σιωπή και η μυρωδιά της μούχλας. Η μυρωδιά του θανάτου. Στο διάδρομο διάφορα αγάλματα πολεμιστών ήταν έτοιμα να πολεμήσουν με αόρατους άγριους δαίμονες, ουρλιάζοντας πολεμικούς παιάνες.  
   
"Απόλυτη σιωπή και η μυρωδιά της μούχλας"
Στο μεγάλο γραφείο στον πάνω όροφο, μία βιβλιοθήκη φιλοξενούσε τόσο παλιούς τόμους που τα φύλλα τους ήταν έτοιμα να διαλυθούν με το που θα έρθουν σε επαφή με τον αέρα. Τόμους που μέσα τους θα μπορούσαμε να διαβάσουμε την Ιστορία από την αρχή του Χρόνου, ενώ από κάποιους δεν θα καταλαβαίναμε τίποτα απολύτως, μιας και είναι γραμμένοι με ιερογλυφικά. Ιερογλυφικά που ο τελευταίος άνθρωπος που τα καταλάβαινε πέθανε πριν από πολλούς αιώνες.                 Κανένας θόρυβος δεν διέκοπτε την απόλυτη σιωπή. Κανένας δεν θα το έκανε μέχρι το τέλος του Χρόνου. Οι ταπετσαρίες είχαν αρχίσει να πέφτουν και να λιώνουν. Πάνω στο μεγάλο γραφείο μια σκακιέρα με μαρμάρινα πιόνια είχε σταματήσει στην μέση μιας αιώνιας μάχης. Η λεύκη Βασίλισσα απειλούσε τον μαύρο Πύργο, όμως ο Ίππος ετοιμάζονταν να τον  υπερασπιστεί . Δίπλα, ένας τεράστιος τόμος ήταν ανοιγμένος στην μέση. Αυτά που ήταν γραμμένα, είχαν αρχίσει να σβήνονται από τον Χρόνο. Ονόματα ξεχασμένων  μάγων και ηρώων που τα κόκαλά τους είχαν σαπίσει . Στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο, ένας σκελετός κρατούσε ακόμη την πένα στα παγωμένα χέρια του. Το μελάνι είχε στεγνώσει και η ιστορία που ήθελε να γράψει είχε μείνει στην μέση. Κανένας δεν θα μάθαινε ποτέ αν ο ήρωας κατάφερνε να σώσει την φυλακισμένη πριγκίπισσα από τον δράκο.  Το τζάκι ήταν σβηστό και παγωμένο. Παντού υπήρχε η σκιά του χρόνου. 
"Είναι άγνωστο αν οι ρούνοι  άντεξαν.."
  Το διπλανό δωμάτιο ήταν τελείως άδειο. Δεν υπήρχαν καν παράθυρα και δεν υπάρχει ούτε ένα κάδρο στους τοίχους. Μια μισοτελειωμένη πεντάλφα μαρτυράει τον λόγο του φριχτού θανάτου του τελευταίου ιδιοκτήτη του σπιτιού. Δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει το μοιραίο ξόρκι. Δαίμονες από καιρό φυλακισμένοι και ξεχασμένοι ξεχύθηκαν με μανία στον κόσμο μας. Είναι άγνωστο αν οι ρούνοι που προφύλασσαν το σπίτι  άντεξαν μετά τον θάνατο του μάγου που τους είχε χαράξει, ή οι δαίμονες όρμησαν στην Γη για να προκαλέσουν φρίκη και τρόμο στην ανθρωπότητα. Ας ελπίσουμε να μας λυπηθούν οι Θεοί που εμείς εγκαταλείψαμε.

Χρήστος Κεσκίνης
Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2016 

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Διήγημα: Μπες στην Κρύπτη και Βγες στη Λεωφόρο με τις Ζάνες.

Μια σύντομη ιστορία εμπνευσμένη από μια εικόνα 

       
Το σήμα της ιστοσελίδας.
Με το διήγημα μικρής φόρμας
«Μπες στην κρύπτη και Βγες στη λεωφόρο με τις Ζάνες», συμμετείχα στον Β’ Διαγωνισμό Διηγήματος που διοργάνωσε η ιστοσελίδα Bonsaistories. Το διήγημα έπρεπε να αντλήσει την έμπνευση του από μια από τις εικόνες που πρότεινε η σελίδα. Η εικόνα με την γυναικεία φιγούρα μέσα στο τούνελ μου ενέπνευσε μια παλαιότερη ιδέα μου για μια ιστορία που διαδραματίζεται κοντά στην κρύπτη του σταδίου της αρχαίας Ολυμπίας από την οποία έμπαιναν οι αθλητές σε αυτό. Ακριβώς δίπλα της βρίσκονταν η λεωφόρος με τα αγάλματα του Θεού Διός, οι Ζάνες.
Η φωτογραφία που επέλεξα.
      Το διήγημα προκρίθηκε στην α΄φάση του Διαγωνισμού από την Επιτροπή της ιστοσελίδας. Τα μέλη της τετραμελούς Επιτροπής, με αγάπη και ζήλο «έσκυψαν» πάνω απ’ τα διηγήματα και τα βαθμολόγησαν με συνείδηση και υπευθυνότητα. Την Επιτροπή αποτέλεσαν οι: Θεόφιλος Γιαννόπουλος, Ειρήνη Φραγκάκη, Τζένη Κουκίδου και Νατάσσα Καραμανλή. Λόγω πολλών ισοβαθμιών, τα διακριθέντα διηγήματα ξεπέρασαν τον αριθμό των 20 και ήταν συνολικά 30. Ακολούθησε η Β΄ Φάση κατά την οποία τα 30 διακριθέντα διαγωνίστηκαν για την ψήφο του κοινού. Τα κείμενα αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα και η ψηφοφορία διήρκησε έως τις 17 Ιανουαρίου 2016.
Τα 30 διακριθέντα της Α΄ Φάσης ήταν τα εξής:
1. Μαρία Λεμεσού, Ένας συνηθισμένος άνθρωπος 
2. Φρόσω Αποστόλου, Προσωπικός Παράδεισος 
3. Καλλιόπη Δημητροπούλου, Φενταγίν 
4. Ηλίας Ιορδανίδης, Η νύχτα με τις μαριονέτες
5. Μαρία Ν. Κίτρα, Η ελιά πάνω απ’ τα χείλη της 
6. Μαριάντζελα Ψωμαδέλλη, Τα κόκκινα μπαλόνια 
7. Κλειώ Βελέντζα, Μην ταΐζετε τους νεκρούς 
8. Στέλλα Κουρμούλη, Άγιος Βασίλης 
9. Ηλιάνα Τότση, Φωτογραφίες 
10. Αντώνιος Ευθυμίου, Τριστάνος και Φέλιξ 
11. Αντώνης Κορτέλης, O κυρ Βρασίδας
12. Κατερίνα Χαρίση, Τα πουλιά του τοίχου 
13. Άννα Ματζιάρη, Μαριονέτες ή μια μικρή ιστορία πτήσης 
14. Καραμπή Κωνσταντίνα Ελένη, Ο κλόουν των χαμένων ονείρων 
15. Κατερίνα Οικονόμου, Ταξιδιάρικα βήματα 
16. Γιάννα Μιχαήλ, Ο θλιμμένος κλόουν 
17. Φένια Κινικλή, Θαλασσινό κατευόδιο 
18. Αλεξάνδρα Στελλάκη, Ενάντια στη «φύση» 
19. Βασιλική Παντιά, Ο διπολικ(ωμικ)ός 
20. Ύπερος, ΕΔΕΜ 
21. Ανδρομάχη Τζουγανάκη, Δεν ήξερες, δε ρώταγες; 
22. Ιωάννης Μπαχάς, Μπες στην Κρύπτη και βγες στη Λεωφόρο με τις Ζάνες. 
23. Τζένη Παπαδοπούλου, Ηλέκτρα 
24. Ελένη Λύρα, Φτερά πεταλούδας 
25. Μαρία Κληρίδη, Φαίνεσθαι ή Είναι 
26. Ιωάννης Βλάχος, Φθινοπώρου βροχές, μνήμες καλοκαιρινές 
27. Αθανασία Ρόβα, Με μια χάρτινη βαρκούλα ταξιδεύω 
28. Ζανέτα Κουτσάκη, Βαρύ φορτίο 
29. Κυριάκος Χαλκόπουλος, Το μικρό σπίτι 
30. Νίκος Γιαννόπουλος, Redemption
Τα τελικά αποτελέσματα του Β’ Διαγωνισμού Διηγήματος Bonsaistories:
Βραβείο κοινού: Αντώνιος Ευθυμίου για το διήγημα «Τριστάνος και Φέλιξ».
Α΄ Έπαινος: Ζανέτα Κουτσάκη για το διήγημα «Βαρύ φορτίο».
Β΄ Έπαινος: Αλεξάνδρα Στελλάκη για το διήγημα «Ενάντια στη φύση».

Γ΄ Έπαινος: Ιωάννης Βλάχος για το διήγημα «Φθινοπώρου βροχές, μνήμες καλοκαιρινές».

Δ΄ Έπαινος: Στέλλα Κουρμούλη για το διήγημα «Άγιος Βασίλης».

Ε΄ Έπαινος: Κωνσταντίνα Ελένη Καραμπή  για το διήγημα «Ο κλόουν των χαμένων ονείρων».

Στ΄ Έπαινος: Καλλιόπη Δημητροπούλου για το διήγημα «Φενταγίν».
Διαβάστε το δικό μου διήγημα και στείλτε μου τα σχόλια σας.


Μπες στην Κρύπτη και βγες στη Λεωφόρο με τις Ζάνες
"Κάθισε λίγο πιο πέρα από την είσοδο..."

     Αυτή ναι. Αυτή κι’ αν ήταν «Ολυμπιακή νίκη», να κατορθώσεις να δραπετεύσεις από δεκάδες συναδέλφους βουλευτές, από το φράγμα των πολιτικών αρχών του τόπου, από το φωτοκύτταρο των δημοσιογράφων και τους εκατοντάδες θαυμαστές σου που σε πολιορκούν από την ώρα που μπήκες στο στάδιο. Όχι ως αθλητής πια και όχι στο ίδιο στάδιο, για να αποσπάσουν ένα αυτόγραφο, έστω κι’ αν τώρα πια …. Χαμογέλασε και σκέφτηκε πόσο λίγο ανταποκρινόταν η σημερινή του μορφή στον θαυμασμό που έδειχναν οι νέοι στο πρότυπο της αθλητικής ικανότητας. Ας ήταν….
        Βγήκε από το στάδιο και κάθισε λίγο πιο πέρα από την είσοδο της Κρύπτης στη βάση μιας κολώνας. Άναψε το νιοστό τσιγάρο του, έκλεισε τα μάτια και στήριξε το κεφάλι στα χέρια του. Του ήταν αρκετή αυτή η στιγμή για να ξεκουραστεί και να επανέλθει στα καθήκοντά του. Αυτά που όσο και να τα απολάμβανε, υπήρχαν φορές που τον κούραζαν αφάνταστα, όπως σήμερα το βράδυ. Σκέφτηκε τη γιορτή που γίνονταν μέσα στο στάδιο, ο θόρυβος της τον αποσπούσε από την ονειροπόλησή του και το φως της τον θάμπωνε.. Και αυτή η φωνή;