Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Διήγημα: Ντύσου πρόχειρα και βάλε ......το ψυμίθι

              Ντύσου πρόχειρα και βάλε….. τo ψυμίθι

(συνέχεια του "Λεγεωνάριου του Έρωτα")

          

"Τους έστρωσαν για να βρίσκουν και να μας….. πιάνουν"
        Οι Ρωμαίοι δεν έφτιαξαν αυτούς τους υπέροχους δρόμους για να πηγαίνουμε παντού στην αυτοκρατορία τους. Δεν σκέφτονταν τους υποτελείς Έλληνες και την αγάπη τους για την πεζοπορία. Τους έστρωσαν για να βρίσκουν και να μας….. πιάνουν καθώς βαδίζουμε πάνω τους. Έτσι σκέφτηκε η Αφροδίτη και οι σκέψεις ανεβοκατέβαιναν χτυπώντας την κορυφή του κεφαλιού της συγχρονισμένες με τα ισχυρά τραντάγματα της άμαξας που την απομάκρυνε από τους Στόβους. Το έγκλημά της θα είχε αποκαλυφθεί τώρα και οι διώκτες της θα ήταν ήδη στο κατόπι της, τρέχοντας πάνω στις ίδιες πλάκες για να την πιάσουν και να…….ούτε να σκεφτεί μπορούσε τα βασανιστήρια που έκαναν στους εγκληματίες. Στη δολοφόνο ενός εκατόνταρχου!!! Ίσως να θαύμαζε και το Κολοσσαίο της Ρώμης όταν θα την προσφέραν τροφή στα λιοντάρια του.  

           Πήδηξε εύκολα από το αργοκίνητο κάρο και έτρεξε μπροστά να δώσει στον έκπληκτο χωρικό έναν χρυσό σηστέρτιο για τη χάρη που της έκανε. Βγήκε από τον δρόμο και κατηφόρισε την πλαγιά προς τον Ελικώνα. Θα την κατέβαζε αυτή τη φορά στη θάλασσα. Ο ποτάμιος Θεός θα παράσερνε και τα δικά της κρίματα και θα τα ξέπλενε στις γυαλιστερές του πέτρες ώσπου να της επιστρέψει καθάρια την ψυχή της όταν θα φθάνανε στο πέλαγος. Βάδισε πολλές μέρες ακόμη μακριά από πόλεις και ανθρώπους. Κάποιοι λεγεωνάριοι που την είδαν την αψήφησαν. Τα κοντά μαλλιά και το σφιχτό της χιτώνιο την έκαναν να μοιάζει με αγόρι. Ένα ακόμη ορφανό που περιφέρονταν ξυπόλητο στους αγρούς της κατακτημένης Ελλάδας.

           

"...ακουμπούσαν τους αγκώνες της πιο αστραφτερά από ποτέ" 
       Κάποτε η κούραση τη μέθυσε. Στο πληγιασμένο σώμα της ξεχύθηκαν ουσίες γλυκές και την κατέκλυσαν. Ένα μελένιο μούδιασμα απλώθηκε σε όλο της το κορμί. Κάθισε στα ριζά μιας καστανιάς. Το δάσος είχε έρθει να την υποδεχθεί στις πύλες της πόλης.  Είχε σχεδόν φθάσει αλλά δεν το ήξερε. Τα βλέφαρα της αρνούνταν να σηκωθούν και τα μάτια της ήταν απρόθυμα να προπορευτούν στον δρόμο της. Αποκοιμήθηκε. Την χάϊδεψε η ευωδία της Θεάς και την τράβηξε έξω από τη μυστική εκείνη κάμαρα που καταφεύγουν οι θνητοί όταν κοιμούνται.

- Έρχεσαι σε μένα, αλλά δεν έφθασες ακόμη. 

"Για να σμιλέψει η ψυχή αντίγραφα" 

         Δεν μπόρεσε να απαντήσει. Ανέβαινε ακόμη τα σκαλιά της κάμαρας, τρέχοντας τώρα που κατάλαβε πως η Θεά ήταν στη θύρα του Ύπνου και της μιλούσε. Η Θεά ήταν όπως την φαντάζονταν από μικρό κορίτσι. Έτσι είναι οι Θεοί. Γι’ αυτό φτιάχνουν τα αγάλματα οι Έλληνες. Για να σμιλέψει η ψυχή του καθενός αντίγραφα.

- Βάλε λίγο ψυμίθι στις παρειές και στα χείλη σου και έλα να με υπηρετήσεις στον ναό μου στο Δίον.

           Έτεινε το χέρι της και της έδωσε το δρύϊνο κουτί. Έβαλε το δάκτυλο της στην κόκκινη σκόνη και την άπλωσε στο αναψοκοκκινισμένο της μάγουλο.

- Και τα μαλλιά σου, λούσε τα και πιάσ' τα με τη….λόγχη σου.

           Πετάχτηκε πάνω αλαφιασμένη από το θείο όνειρο. Πήρε το ομορφοσκάλιστο κουτί με τα ψυμίθια από τα ριζά του δένδρου. Έψαξε τις πτυχές του χιτώνα της για την κοκάλινη βελόνα. Τα μαλλιά της θρεμμένα από το άγγιγμα της Θεάς ακουμπούσαν τους αγκώνες της πιο αστραφτερά από ποτέ. Τα έπιασε κότσο με τη βελόνα και μπήκε στο δάσος.

           Έφθανε στο Δίον.            

Ιωάννης Μπαχάς

θεσσαλονίκη, 20/2/2021



       Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της ψηφιακής δράσης "Το μουσείο έχει (τη δική σου) ιστορία!". Οι φίλοι του Μουσείου καλούνται να εμπνευστούν μια ιστορία ή ένα ποίημα από μια σειρά εκθέματα που προτείνει. Είχα τη χαρά και την τιμή να δημοσιευτεί η ιστορία της Κλαυδίας, αλλά και η συνέχεια της, στη σελίδα του Α.Μ.Θ. αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα του. Σας παροτρύνω να γράψετε και εσείς μια ιστορία. Οι καλοί μου φίλοι Δημήτρης Παπαδόπουλος και Κατερίνα Κρυστάλλη, ανταποκρίθηκαν. Σύντομα θα δημοσιεύσω και τις δικές τους ιστορίες και ποιήματα.

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Διήγημα: Λεγεωνάριος του Έρωτα

 Λεγεωνάριος του Έρωτα

 

          Όσο θεϊκό και αν ήταν το κορμί της με τις υπέροχες καμπύλες για τις οποίες μάλωναν στην ουρά έξω από το σπίτι οι γλύπτες και οι ζωγράφοι της πόλης, με τίποτε δεν συγκρίνονταν με το πάθος που προκαλούσε στους πελάτες της η ανταριασμένη θάλασσα των μαλλιών της. Στο άρωμα τους πνίγονταν οι άνδρες των Στόβων και κάποιοι επέμεναν πως τους έκαιγε η κόμη της όταν σαν λιωμένος χρυσός  ακουμπούσε στο πρόσωπο.         

"Το ήξερε και το απολάμβανε"
     Το ήξερε και το απολάμβανε. Είχε έρθει από τον άθλιο ασήμαντο οικισμό της στις εκβολές του Αξιού ανεβαίνοντας το ρεύμα του ποταμού σαν πέστροφα μέχρι την  ισοπολίτιδα πόλη των Ρωμαίων που ίδρυσε ο Βεσπασιανός, τους Στόβους. Μικρός παραπόταμος η ομορφιά της ενώθηκε με τον Εριγύνα και τον Αξιό, τους δύο ποτάμιους Θεούς, και κύκλωσε με λαγνεία τη νέα πόλη. Πίστευε πως η Αφροδίτη θα την καταλάβαινε που έκρυψε το όνομα της και ντύθηκε με το ρωμαϊκό Κλαυδία και ανηφόρισε ενθουσιασμένη μαζί με τα νιάτα της Μακεδονίας που μετά από χρόνια ζόφου, αίματος και λεηλασιών είδαν στη ρωμαϊκή ειρήνη μια ελπίδα. Κι’ ας έχασκε στην ψυχή τους ανεπούλωτη η πληγή της περηφάνιας του λαού τους που προσκυνούσε εδώ και δύο αιώνες τους Ρωμαίους.

"Νεόπλουτοι πολίτες των Στόβων, οι απόστρατοι λεγεωνάριοι" 

       Νεόπλουτοι πολίτες των Στόβων οι απόστρατοι λεγεωνάριοι που μετά από εικοσιπέντε χρόνια θητεία στον Άρη έρχονταν να ζήσουν τα χρόνια που τους έμεναν. Ήταν η άρχουσα τάξη των νέων πόλεων της αυτοκρατορίας. Δεν άφηναν όμως όλοι το ξίφος τους και αν και ο πλούτος που μάζεψαν, τους επέτρεπε να κάνουν ένα ζεστό λουτρό πριν πλαγιάσουν μαζί της, εντούτοις δεν ξέπλενε τη βιαιότητα που, σαν δεύτερο δέρμα, τους ακολουθούσε από τις μέρες των ματωμένων εκστρατειών.

             Ο Ιούλιος Βάσσος από την Πελαγονία, παλαίμαχος εκατόνταρχος, θυσίαζε πρόθυμα τους σηστέρτιους που βούτηξε στο αίμα για να μυρίζει τα φρεσκολουσμένα μαλλιά της που του άρεσε όμως και να τα τραβάει με βία πάνω στον παροξυσμό του πάθους. Και όταν το κόκκινο σύννεφο του σκέπαζε τα μάτια, την άρπαζε από αυτά και την πετούσε στον τοίχο. Τότε έβριζε και χαιρετούσε κάποιον ανύπαρκτο Καίσαρα που μόνο αυτός έβλεπε. Έφευγε πετώντας μερικούς σηστέρτιους στο πάτωμα. Ας τους μάζευε η πόρνη.

"Του άρεσε όμως να τα τραβάει με βία..."
       Εκείνο το βράδυ η Κλαυδία δεν εγκατέλειψε τα χρυσά της μαλλιά στη λύσσα του. Τους συμπαραστάθηκε. Όταν ο Ιούλιος έβαλε τα τραχιά του χέρια μέσα τους,  τράβηξε την κοκκάλινη βελόνα που τα συγκρατούσε και γυρίζοντας απότομα την κάρφωσε στο μάτι του. Το κόσμημα βγήκε από την πίσω πλευρά του κρανίου μαζί με το λιγοστό του μυαλό, στέλνοντας στον Άδη τον σκληροτράχηλο λεγεωνάριο που δεν κατάφεραν να καταβάλλουν οι αιμοβόροι Γαλάτες.

       Έβγαλε την βελόνα και την ξαναέβαλε στα μαλλιά της. Έτρεξε έξω ουρλιάζοντας  περνώντας από τους λεγεωνάριους που περίμεναν. Φώναζε πως φονιάδες μπήκαν από το παράθυρο.

       Απομακρύνθηκε.

       Εκείνο το βράδυ κούρεψε τα μαλλιά της για να μην την γνωρίσουν και κατηφόρισε προς το Δίον με ένα κάρο. Γνώριζε πως εκεί υπήρχε ένα θεραπευτήριο της Αφροδίτης που σε γιάτρευε με Έρωτα. Θα άρχιζε μια νέα ζωή. Ήταν, σκέφτηκε, μια λεγεωνάριος του Έρωτα. Αυτή η βελόνα ήταν το δόρυ της και σήμερα κατέκτησε με αυτό την ψυχή της. 

                                                                                                                                  Ιωάννης Μπαχάς



         Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της ψηφιακής δράσης "Το μουσείο έχει (τη δική σου) ιστορία!". Οι φίλοι του Μουσείου καλούνται να εμπνευστούν μια ιστορία ή ένα ποίημα από μια σειρά εκθέματα που προτείνει. Είχα τη χαρά και την τιμή να δημοσιευτεί η ιστορία της Κλαυδίας, αλλά και η συνέχεια της, στη σελίδα του Α.Μ.Θ. αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα του. Σας παροτρύνω να γράψετε και εσείς μια ιστορία. Οι καλοί μου φίλοι Δημήτρης Παπαδόπουλος και Κατερίνα Κρυστάλλη, ανταποκρίθηκαν. Σύντομα θα δημοσιεύσω και τις δικές τους ιστορίες και ποιήματα.