Σαν καινούργιος
Ο ιερέας έτρεμε. Ήταν ακόμη μια φορά που εύχονταν να ήταν καθολικός και όχι ορθόδοξος. Οι συνάδελφοι του οχυρώνονταν πίσω από το ξύλινο χώρισμα του εξομολογητάριου και δεν τους κατασπάραζαν σαν αμνούς οι αμαρτίες των πιστών. Στο δικό του δόγμα, ο αμαρτωλός γονάτιζε μπροστά του όμως ο ιερέας ήταν αυτός που λύγιζε από το βάρος των αποκαλύψεων. Και όταν ο εξομολογούμενος ήταν ένας “Περαματάρης του Άδη”, τότε…
![]() |
| "Θα με συγχωρέσει ο κύριος;" |
- Θα με συγχωρέσει ο Κύριος; τον ρώτησε και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο που θα τον στοίχειωνε για πάντα.
- Ο Θεός συγχωρεί, οι άνθρωποι δεν το νομίζω.
- Αυτή δεν είναι η ουσία της μετάνοιας; Να ξεκινάς από την αρχή. Ε, πάτερ;
Σηκώθηκε, έστρωσε το παντελόνι στα γόνατα και άφησε έναν χοντρό φάκελο στο παγκάρι.
- Για τα φτωχά παιδιά.
Έφυγε σαν καινούριος.
Ο ιερέας ήταν που πάλιωσε.
Ιωάννης Μπαχάς
Η ιστορία γράφτηκε με αφορμή τον διαγωνισμό με θέμα "Επανεκκίνηση" που διοργάνωσε η ιστοσελίδα 121Words και δημοσιεύτηκε με μορφή flash fiction (121 λέξεις).

