Χαϊκού
Λογοτεχνικό ιστολόγιο του Γιάννη Μπαχά, εμπνευσμένο και αφιερωμένο από τον βίο και το έργο του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Φιλοσόφου.
Χαϊκού
Λεγεωνάριος του Έρωτα
Όσο θεϊκό και αν ήταν το κορμί της με τις υπέροχες καμπύλες για τις οποίες μάλωναν στην ουρά έξω από το σπίτι οι γλύπτες και οι ζωγράφοι της πόλης, με τίποτε δεν συγκρίνονταν με το πάθος που προκαλούσε στους πελάτες της η ανταριασμένη θάλασσα των μαλλιών της. Στο άρωμα τους πνίγονταν οι άνδρες των Στόβων και κάποιοι επέμεναν πως τους έκαιγε η κόμη της όταν σαν λιωμένος χρυσός ακουμπούσε στο πρόσωπο.
![]() |
| "Το ήξερε και το απολάμβανε" |
![]() |
| "Νεόπλουτοι πολίτες των Στόβων, οι απόστρατοι λεγεωνάριοι" |
Νεόπλουτοι πολίτες των Στόβων οι απόστρατοι λεγεωνάριοι που μετά από εικοσιπέντε χρόνια θητεία στον Άρη έρχονταν να ζήσουν τα χρόνια που τους έμεναν. Ήταν η άρχουσα τάξη των νέων πόλεων της αυτοκρατορίας. Δεν άφηναν όμως όλοι το ξίφος τους και αν και ο πλούτος που μάζεψαν, τους επέτρεπε να κάνουν ένα ζεστό λουτρό πριν πλαγιάσουν μαζί της, εντούτοις δεν ξέπλενε τη βιαιότητα που, σαν δεύτερο δέρμα, τους ακολουθούσε από τις μέρες των ματωμένων εκστρατειών.
Ο Ιούλιος Βάσσος από την Πελαγονία, παλαίμαχος εκατόνταρχος, θυσίαζε πρόθυμα τους σηστέρτιους που βούτηξε στο αίμα για να μυρίζει τα φρεσκολουσμένα μαλλιά της που του άρεσε όμως και να τα τραβάει με βία πάνω στον παροξυσμό του πάθους. Και όταν το κόκκινο σύννεφο του σκέπαζε τα μάτια, την άρπαζε από αυτά και την πετούσε στον τοίχο. Τότε έβριζε και χαιρετούσε κάποιον ανύπαρκτο Καίσαρα που μόνο αυτός έβλεπε. Έφευγε πετώντας μερικούς σηστέρτιους στο πάτωμα. Ας τους μάζευε η πόρνη.
Εκείνο το βράδυ η Κλαυδία δεν εγκατέλειψε τα χρυσά της μαλλιά στη λύσσα του. Τους συμπαραστάθηκε. Όταν ο Ιούλιος έβαλε τα τραχιά του χέρια μέσα τους, τράβηξε την κοκκάλινη βελόνα που τα συγκρατούσε και γυρίζοντας απότομα την κάρφωσε στο μάτι του. Το κόσμημα βγήκε από την πίσω πλευρά του κρανίου μαζί με το λιγοστό του μυαλό, στέλνοντας στον Άδη τον σκληροτράχηλο λεγεωνάριο που δεν κατάφεραν να καταβάλλουν οι αιμοβόροι Γαλάτες.
"Του άρεσε όμως να τα τραβάει με βία..."
Έβγαλε την βελόνα και την ξαναέβαλε στα μαλλιά της. Έτρεξε έξω ουρλιάζοντας περνώντας από τους λεγεωνάριους που περίμεναν. Φώναζε πως φονιάδες μπήκαν από το παράθυρο.
Απομακρύνθηκε.
Εκείνο το βράδυ κούρεψε τα μαλλιά της για να μην την γνωρίσουν και κατηφόρισε προς το Δίον με ένα κάρο. Γνώριζε πως εκεί υπήρχε ένα θεραπευτήριο της Αφροδίτης που σε γιάτρευε με Έρωτα. Θα άρχιζε μια νέα ζωή. Ήταν, σκέφτηκε, μια λεγεωνάριος του Έρωτα. Αυτή η βελόνα ήταν το δόρυ της και σήμερα κατέκτησε με αυτό την ψυχή της.
Ιωάννης Μπαχάς
Σαν καινούργιος
![]() |
| "Θα με συγχωρέσει ο κύριος;" |
- Θα με συγχωρέσει ο Κύριος; τον ρώτησε και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο που θα τον στοίχειωνε για πάντα.
- Ο Θεός συγχωρεί, οι άνθρωποι δεν το νομίζω.
- Αυτή δεν είναι η ουσία της μετάνοιας; Να ξεκινάς από την αρχή. Ε, πάτερ;
Σηκώθηκε, έστρωσε το παντελόνι στα γόνατα και άφησε έναν χοντρό φάκελο στο παγκάρι.
- Για τα φτωχά παιδιά.
Έφυγε σαν καινούριος.
Ο ιερέας ήταν που πάλιωσε.
Ιωάννης Μπαχάς
Η ιστορία γράφτηκε με αφορμή τον διαγωνισμό με θέμα "Επανεκκίνηση" που διοργάνωσε η ιστοσελίδα 121Words και δημοσιεύτηκε με μορφή flash fiction (121 λέξεις).
Αιωνίως ευγνώμων
Έπρεπε να διαλέξω. Ο ογκολόγος με σύστησε με τον καρκίνο που είχε νοικιάσει διαμέρισμα στο πάγκρεας μου και του έκανε ανακαίνιση. Βεβαίως, εγώ τον είχα καλέσει κολλώντας ενοικιαστήρια σε εκατοντάδες φιάλες αλκοόλ από την εφηβεία μου ακόμη. Όμως ως δαιμόνιος νοικοκύρης του σώματος μου, αποφάσισα να του κάνω έξωση. Οι χρόνιες μελέτες μου στο Μεταφυσικό και τις Απόκρυφες Τέχνες, με έφεραν σε επαφή με την δυσώδη φυλή των απέθαντων αιμοποτών που κυκλοφορούσε στις αντικοινωνικές σέκτες της υψηλής Αθηναϊκής κοινωνίας.
![]() |
| ".....στα θεσπέσια κορίτσια που “σερβίρονταν με τη σειρά τους στα μέλη” |
Προσελήφθηκα ως σεφ στη Λέσχη Αθηνών στην Πανεπιστημίου. Ετοίμαζα τα λουκούλεια γεύματα που όμως κανένα μέλος δεν άγγιζε ποτέ αλλά προσφέρονταν πάνω στους κατάφορτους μπουφέδες σε εκείνους τους υπέροχους νέους και στα θεσπέσια κορίτσια που “σερβίρονταν” με τη σειρά τους στα μέλη για να γευτούν τους χυμούς τους. Ζήτησα, μάλλον απαίτησα με θράσος αλλά και ειλικρίνεια να υπηρετήσω ισοβίως ως σεφ της Λέσχης. Ένας αιωνίως μεσήλικας υπουργός της Κυβέρνησης μου “υπέγραψε” τη σύμβαση βυθίζοντας τα δόντια του στο λαιμό μου. Την επόμενη μέρα δεν συμμετείχε στο υπουργικό συμβούλιο από το απίστευτο χανγκόβερ που του χάρισε το αλκοολούχο αίμα μου. Σίγουρα θα μετάνιωσε για τη μεγαλοψυχία του.
Του είμαι αιωνίως ευγνώμων.
Η ιστορία γράφτηκε με αφορμή τον διαγωνισμό με θέμα "Επανεκκίνηση" που διοργάνωσε η ιστοσελίδα 121Words και δημοσιεύτηκε με μορφή flash fiction (121 λέξεις). Επίσης, δημοσιεύτηκε στο πάντα φιλόξενο Cartel των φίλων Αχιλλέα Σωτερέλλου και Αλέξανδρου Πετρόχειλου.
Χαϊκού εμπνευσμένα από το κοσμικό Έρεβος
Ανακοινώθηκαν τα φετινά βραβεία Λογοτεχνίας του Φανταστικού που διοργανώνουν οι εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές του φίλου συγγραφέα Γιώργου Σωτήρχου. Είχα την τιμή να λάβω το τρίτο βραβείο με τρία χαϊκού μου Επιστημονικής Φαντασίας τα οποία θα δημοσιεύσω εδώ μαζί με όσα απέρριψα αρχικώς σε ένα ενιαίο σύνολο σκοτεινών χαϊκού που μου εμπνέει το κοσμικό έρεβος. Δεν θα γράψω ποια ήταν αυτά που διακρίθηκαν. Εσείς τι λέτε;
Οι άλλοι νικητές του Διαγωνισμού ήταν οι:
Νεφέλη Κωτίτσα, πρώτη θέση
Γιάννης Δημόπουλος, δεύτερη θέση
Παναγιώτης Φαμέλης, τρίτη θέση ισόβαθμος με εμένα. Συγχαρητήρια σε όλους.
στον πάγο περιμένεις,
πλοκαμόχερη.
σαν χύτρα βράζει κρέας
των αστροναυτών.
νόστιμων ζώων κρέας
η Γη σας είναι.
των Κρόνιων το φαϊ
είμαστε εμείς.
Ωραία γεύση
οι αστροναύτες έχουν,
αλλά και τσόφλι.
Το έδαφος σου
ψυχρό ρομπότ πιστεύεις
ερωτεύτηκε.
Οι φωτογραφίες είναι από τις ταινίες: Europa Report (2013), Sputnik (2020), Event Horizon (1997), War of Worlds (2005) και Prometheus (2012).
Η τελευταία επιθυμία
του Δημήτρη Δελαρούδη
![]() |
| "...λουζόντουσαν από ένα νοσηρό πράσινο φως.." |
Διακόσια μέτρα πέρα από τον Εθνικό Αποσυνθετή Ύλης, δέσποζε η κατάμαυρη, ύψους οκτακοσίων μέτρων, πυραμίδα του Εθνικού Κεντρικού Υλοποιητή Σκέψης. Εκατομμύρια μικροσκοπικά, πολύχρωμα, λαμπάκια αναβόσβηναν στην στιλπνή, μαύρη επιφάνειά της πυραμίδας που ήταν επενδυμένη με συνθετικό γαγάτη. Το κάθε λαμπάκι αντιπροσώπευε κι έναν Οικιακό Υλοποιητή Σκέψης που δούλευε πυρετωδώς εκείνη τη στιγμή σε κάποιο διαμέρισμα, αντλώντας απίστευτες ποσότητες πυρηνικής ενέργειας από την κεντρική πυραμίδα για να υλοποιήσει με κάθε λεπτομέρεια την επιθυμία του εκάστοτε ενοίκου.
Καθισμένος αναπαυτικά επάνω στον επιβλητικό του θρόνο από εκθαμβωτικό συνθετικό ιάσπη και λαμπερό συνθετικό νεφρίτη, κάπου ανάμεσα στον Αποσυνθετή και τον Υλοποιητή, βρισκόταν ο τέταρτος των Μεγίστων Κριτών. Μειδιούσε μεφιστοφελικά –όπως ο ίδιος ο οικοδεσπότης της Κόλασης– τρίβοντας τα χέρια του χαιρέκακα κάτω από την ασημιά του μπέρτα γιατί, κάθε φορά που επρόκειτο να καταδικάσει έναν εγκληματία σε θάνατο ριγούσε από ηδονή. Αφού υιοθέτησε ένα ύφος γεμάτο περιφρόνηση για να ταιριάζει στην περίσταση, καθάρισε το λαιμό του και είπε:
«Κύριε Μάρκους Ντιν, σας καταδικάζω σε θάνατο διότι χθες το βράδυ, στις είκοσι δύο και τριάντα τρία ακριβώς, εκστομίσατε τη λέξη...»
Ο Μέγιστος Κριτής έβγαλε από την τσέπη του ένα καρτελάκι που έγραφε με κόκκινα παχιά γράμματα τη λέξη «ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ» και την έδειξε στον μελλοθάνατο.
«Μήπως κάνω λάθος;»
Ο Μάρκους Ντιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Όχι, Τέταρτε των Μεγίστων, δεν κάνετε λάθος, ούτε θα μπορούσα να διαψεύσω τις εκατόν είκοσι οκτώ δημόσιες κάμερες που κατέγραψαν το συμβάν. Πρόφερα τη συγκεκριμένη λέξη μονολογώντας στο δρόμο για το σπίτι μου».
«Α, χα! Το παραδέχεσαι λοιπόν! Και τι έχεις να απολογηθείς;»
«Δεν το έκανα σκόπιμα. Δεν είχα καμιά πρόθεση να ξεστομίσω αυτή τη λέξη».
«Τότε, για ποιο λόγο την προφέρατε, κύριε Ντιν;»
«Ξέρετε… Είναι φορές που μου έρχονται διάφορες παράξενες λέξεις στο μυαλό… Πολλές φορές μπορεί να μη γνωρίζω τι ακριβώς σημαίνουν, αλλά να... Θα σκάσω αν δεν τις ξεστομίσω ώστε ν’ ακούσω τον ήχο τους... Θα μπορούσε να είναι για παράδειγμα η λέξη “εκβραχιστικός” ή ακόμη η λέξη “δεξαμενισμός”. Σας ορκίζομαι ότι δε γνωρίζω ούτε τη σημασία της μιας, ούτε της άλλης, αλλά άμα τις δω κάπου γραμμένες και δεν τις προφέρω για να ακούσω πως προφέρονται, θα σκάσω, ω, Μέγιστε.
»Έτσι συνέβη κι χθες το βράδυ. Μού ‘ρθε αυτή η καταραμένη λέξη στο μυαλό –σας ορκίζομαι δεν μπορώ να θυμηθώ που την είδα γραμμένη– και άρχισε να στριφογυρίζει σα λυσσασμένη σφήκα ανάμεσα στις σκέψεις μου. Ε, κι εγώ δεν άντεξα· την ξεστόμισα, π’ ανάθεμά την!
»Αλλά πιστέψτε με, Μέγιστε, δε θυμόμουν καθόλου ότι βρισκόταν στη λίστα με τις δημόσια απαγορευμένες λέξεις. Στο κάτω-κάτω, δεν την είπα σε κανένα… Ήμουν μόνος μου εκείνη τη στιγμή... Λυπηθείτε με, Μέγιστε! Λυπηθείτε με!»
![]() |
| "..αναβόσβηναν στην στιλπνή, επιιφάνειά της πυραμίδας" |
«Πως! Και το θέτεις αυτό ως δικαιολογία; Γνωρίζεις πως αυτή είναι η πιο επικίνδυνη λέξη της χώρας; Γνωρίζεις ποιες συνέπειες μπορεί να έχει αν την ακούσει κάποιος που δεν την έχει ακούσει ποτέ στη ζωή του; Απαγορεύεται αυστηρά δια νόμου να θυμίζουμε στους συνανθρώπους μας λέξεις και έννοιες που ο πολιτισμός μας έχει εξαφανίσει από την πανανθρώπινη συλλογική μνήμη...»
«Μα εγώ… Δεν ήθελα να–»
«Αυτό είναι απαράδεκτο…» του έδειξε πάλι το καρτελάκι με την απαγορευμένη λέξη, «όταν έχουμε προσεγγίσει το, για αιώνες, απροσδόκητο τεχνολογικό επίπεδο! Έχουμε καταφέρει ως πολιτισμός να κατασκευάσουμε τον Υλοποιητή της Σκέψης· το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρωπότητας! Απολαμβάνουμε τα πάντα χωρίς κατάχρηση. Όχι, πείτε μου· τι σας έλειψε, κύριε Ντιν, και αντιδράσατε τόσο αχάριστα;»
«Μα σας είπα... Εγώ δεν σκόπευ–»
«Δικαιολογίες! Είσαστε αγνώμων! Ας υποθέσουμε ότι επιθυμούσατε ένα ωραίο και νόστιμο φαγητό. Το μόνο που είχατε να κάνετε ήταν να πάτε στο διαμέρισμά σας, να σταθείτε μπροστά στον προσωπικό σας θάλαμο Υλοποίησης Σκέψεων που συνδέεται μ’ αυτό το θεϊκό μηχάνημα». Ο Κριτής έδειξε την τιτάνια πυραμίδα με τον αντίχειρα.
«Έπειτα, θα έπρεπε να φανταστείτε πολύ έντονα το συγκεκριμένο γεύμα και μετά να εκφράσετε λεκτικά την επιθυμία σας. Σ’ ένα ή δύο δευτερόλεπτα, το πεντανόστιμο φαγητό θα είχε υλοποιηθεί στον Οικιακό σας Θάλαμο. Σωστά;»
Ο Μάρκους Ντιν ένευσε.
«Ή μήπως σας απαγόρευσε κανείς να βιώσετε μια ψυχοταινία ή να απολαύσετε ένα υποσυνείδητοτράγουδο; Σας στέρησε ποτέ κανείς μια βόλτα με το πολυτελέστερο αιθεροκίνητο της Γης; Μήπως το πιο κομψό κουστούμι ή ένα έργο τέχνης; Σας τα αρνήθηκε ποτέ κανείς όλα αυτά;»
«Σύμφωνοι, αλλά διαρκούν μόνο είκοσι–»
«Εικοσιτέσσερις ώρες… Έχετε δίκιο, κύριε Ντιν. Δε διαφωνώ. Αλλά, τι να τις κάνετε τις παραπάνω ώρες; Εικοσιτέσσερις είναι πέρα από αρκετές. Το φαγητό θα το έχετε χωνέψει σε τρεις μόνο ώρες, το κοστούμι θα το φορέσετε σε μια βραδινή έξοδο ή μια επίσημη κοινωνική υποχρέωση. Από την άλλη, ποιος σας απαγόρευσε να επαναλάβετε την επιθυμία σας την επόμενη μέρα;
»Ενέργεια που μετατρέπεται άμεσα σε ύλη και, ύλη, που φυσικά ξαναγίνεται ενέργεια μετά το πέρας των είκοσι τεσσάρων ωρών για να επιστρέψει πίσω, στην πυραμίδα του Υλοποιητή απ’ όπου πηγάζουν όλα τα αγαθά της κοινωνίας μας.
»Εδώ και διακόσια χρόνια, η ανθρωπότητα έχει καταφέρει να εξισορροπήσει απόλυτα την κατανομή της υλοενέργειας, κύριε Ντιν! Εδώ και διακόσια χρόνια, όλοι απολαμβάνουν εξίσου τα προϊόντα του Υλοποιητή! Υπερ-Ισότητα! Το όραμα όλων των φιλοσόφων του μακρινού μας παρελθόντος!
»Μάθετε λοιπόν ότι για τον –πάνσοφο– αυτό λόγο, όλα τα δημιουργήματα του Υλοποιητή Σκέψης δε διαρκούν πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες...»
«Το γνωρίζω, αλλά εγώ–» πήγε να απολογηθεί ο Ντιν, αλλά δεν πρόλαβε.
![]() |
| "...το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρωπότητας!" |
»Δια ταύτα: σας καταδικάζουμε σε αποσύνθεση στον Εθνικό Αποσυνθετή Ύλης. Ορίστε, μπορείτε να διασχίσετε αμέσως τον διάδρομο αποσύνθεσης…»
«Μισό λεπτό!» αντέδρασε ο θανατοποινίτης. «Και το δικαίωμα της τελευταίας επιθυμίας;»
«Χμ, σωστά… Βλέπω ότι γνωρίζετε πολύ καλά τα δικαιώματά σας. Σας ανακοινώνω, λοιπόν, ότι ως μελλοθάνατος έχετε το δικαίωμα μιας τελευταίας επιθυμίας, που, φυσικά, θα την πραγματοποιήσει η ύστατη εφεύρεση της ανθρωπότητας: ο Υλοποιητής Σκέψης...
»Έχετε βέβαια κατά νου ότι δεν θα υλοποιηθούν επιθυμίες που αναιρούν την απόφαση του δικαστηρίου. Για το λόγο αυτό, μη χάνετε άδικα τον χρόνο σας και σκεφτείτε κάτι ταιριαστό στην περίπτωσή σας. Για παράδειγμα ένα πανάκριβο πούρο, ένα σπάνιο ποτό, ακόμη κι ένα απαγορευμένο ναρκωτικό… Ίσως μια νύχτα με την ωραιότερη γυναίκα της οικουμένης…
»Σκεφτείτε, κύριε Μάρκους Ντιν... Σκεφτείτε καλά αυτό που θα ζητήσετε – και είπαμε· όχι κόλπα!
Ο Μάρκους Ντιν έστρεψε το κορμί του προς τον Φορητό Θάλαμο Υλοποίησης Σκέψης, που βρισκόταν στημένος δίπλα του ειδικά για τέτοιου είδους περιπτώσεις, και άρχισε να φαντάζεται. Δεν ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που θα φανταζόταν κάτι τόσο έντονα· τόσο ζωντανά και με τόση ενδελέχεια και λεπτομέρεια. Τα λεπτά περνούσαν και ο Τέταρτος των Κριτών, εκνευρισμένος στο έπακρο, άρχισε να κουνά νευρικά τα γόνατά του και να χτυπά τις πατούσες του κάτω από τον ασημένιο του μανδύα.
Έπειτα από μισή ώρα ακριβώς, ο μελλοθάνατος έσκυψε ελαφρώς πάνω από το μικρόφωνο του φορητού Υλοποιητή, άνοιξε το στόμα του και ψιθύρισε ένα ζεύγος λέξεων. Κανένας, πέρα από το μηχάνημα, δεν κατάφερε ν’ ακούσει τι είχε επιλέξει ως τελευταία του επιθυμία.
Ο μελλοθάνατος, στάθηκε στην είσοδο του Αποσυνθετή Ύλης, πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε το πρώτο βήμα προς την ανυπαρξία. Τα φώτα του Αποσυνθετή, έβαψαν πράσινο το πρόσωπό του, καθώς εκείνος σκεφτόταν ακόμη τις δύο λέξεις που είχε ψιθυρίσει στο μηχάνημα πριν από τριάντα δευτερόλεπτα. Επρόκειτο για τις δύο ίδιες λέξεις που πρόφερε κάθε βράδυ στο μικρόφωνο του Υλοποιητή Σκέψης του διαμερίσματός του, στις 23:59 ακριβώς, εδώ και διακόσια χρόνια. Δεν ήταν άλλες από το ονοματεπώνυμό του.
Όταν έκανε το δεύτερο βήμα στον διάδρομο του Αποσυνθετή, κανένας δεν παρατήρησε ότι ένα μικροσκοπικό, κόκκινο λαμπάκι άρχισε να αναβοσβήνει ανάμεσα στα υπόλοιπα εκατομμύρια πολύχρωμα λαμπάκια της επιφάνειας της κολοσσιαίας μαύρης πυραμίδας.
Δημήτρης Δελαρούδης
“Η περιέργεια μου για το άγνωστο και το μυστήριο έμοιαζε μ’ ένα τιτάνιο αόρατο δάχτυλο που έσπρωχνε την πλάτη μου και με ανάγκαζε να προχωρήσω παραπέρα και να ανακαλύψω τι άλλο υπήρχε κρυμμένο...”
Ένα αόρατο “δάχτυλο” σπρώχνει τον Θεσσαλονικιό συγγραφέα της φανταστικής λογοτεχνίας, Δημήτρη Δελαρούδη να εξερευνά μέσα από το έργο του τις “άφατες” εκείνες περιοχές που αψηφούν τον χρονο-ποταμό και βρίθουν από παρουσίες. Στο δεύτερο βιβλίο του, που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020, από τις εκδόσεις Πηγή, μας αποκαλύπτει τις “δυνατότητες υπονόμευσης, στα βάθη της ψυχής και του μυαλού, που απολαμβάνει η μουσική”.
Τη συνέντευξη που μου παραχώρησε στην διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή "Το Κάλεσμα του Κθούλου" στο Ραδιόφωνο του Ερευνητικού Οργανισμού Ελλήνων, μπορείτε να τη διαβάσετε στην ιστοσελίδα του πολιτιστικού περιοδικού Κήρυκος Λίθος, όπου και δημοσιεύτηκε. Με δύο εξαιρετικά βιβλία στο ενεργητικό του, τον "Ιό της Βαβέλ" και το προσφάτως εκδοθέν "Μυστικό Άστρο", και δεκάδες διηγήματα που διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς και ανθολογήθηκαν σε συλλογές, ο Δημήτρης Δελαρούδης αποτελεί το παρόν και το μέλλον της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Φανταστικού και όχι μόνο αυτής. Τον ευχαριστώ θερμά για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε με την παραχώρηση του συγκλονιστικού διηγήματος του, που πιστεύω πως απολαύσατε όπως και εγώ (και μέσα στην κατάσταση που βιώνουμε τόσο, μα τόσο προφητικό...).
Όνειρο μέσα σε όνειρο
της Κατερίνας Κρυστάλλη
![]() |
| "Ο καθένας ήταν μόνος του" |
Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ο καθένας ήταν μόνος του. Πίσω από το μπαρ, δέσποζε μια κατάλευκη προτομή της θεάς Αθηνάς. Χαμογέλασα. Κάθισα δίπλα στον Γουίλλιαμ ΛεΓκραντ, ο οποίος περιεργαζόταν έναν χρυσό σκαραβαίο. Πριν προλάβω να παραγγείλω, η Άναμπελ Λι, με κέρασε μπύρα. Κοίταξα το είδωλο μου σε έναν καθρέπτη και διαπίστωσα ότι πίσω μου βρισκόταν η κόκκινη μάσκα του θανάτου. Ο Πλούτωνας, ο μαύρος γάτος κύρτωσε την ραχοκοκκαλιά του και εγώ έσπασα το ποτήρι θυμωμένος το ποτήρι που κρατούσα.
“Σε περιμέναμε Έντγκαρ Άλαν Πόε,” είπε και με αγκάλιασε σφιχτά.
Κατερίνα Κρυστάλλη
![]() |
| Κατερίνα Κρυστάλλη |