Κυριακή 9 Απριλίου 2023

 

Νεκρός γάμος


      Τα νεκροταφεία δεν με φοβίζουν, όμως δεν αρνούμαι πως με επηρεάζουν σωματικά. Σαν γάτος που περιμένει επίθεση, οι τρίχες στο σβέρκο μου σηκώνονται και οι μυς μου γίνονται σχοινιά καραβίσια. Δεν πρέπει έτσι να είναι ένας γαμπρός και ούτε στην εκκλησιά της πόλης των νεκρών να παντρεύεται. Μα μόνο εδώ, των λαίμαργων ματιών και των διχαλωτών γλωσσών τους ο χορός, κοπάζει, και ο αχός δεν θα ταράξει τον πατέρα. Η Γαλάτεια με προσμένει μέσα, εκεί που σαπίζουν τα στεφάνια του νεκρού και μόνο γαμήλιο τραγούδι το μοιρολόϊ μιας μάνας από τον νιόσκαφτο του γιού της τάφο απ’ έξω.


Ιωάννης Μπαχάς


Η ιστορία αυτή των 100 μόλις λέξεων γράφτηκε στο πλαίσιο του τέταρτου διαδικτυακού μαθήματος (8/4/2023) του Εργαστηρίου Μικρομυθοπλασίας που πρόσφερε το Μουσείο Καζαντζάκη και δίδαξε ο συγγραφέας Γιάννης Φάρσαρης.

Είναι εμπνευσμένη από τη μελέτη της Λιλής Ζωγράφου "Νίκος Καζαντζάκης: ένας Τραγικός" (1959).

 

Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

 

Ομορφοπλαγιά




Όρθιος στην πρώτη σειρά των αιχμαλώτων

εκεί που παίρνει να ανηφορίζει η πλαγιά.

Μούσκεμα στον ιδρώτα, με φούμο, ιδρώτα και αίμα στο πρόσωπο.

Σηκώνω το χέρι να σκουπίσω το μαύρο νερό που πέφτει στα μάτια μου.

Ο γερμανός στρατιώτης

του όπλου του το κοντάκι πιέζει στα πλευρά μου

Πόνος οξύς.

Τον κοιτάζω στα μάτια.

Παιδί και αυτός όπως όλοι μας.

Πέντε μέτρα μπροστά μου

ο Συνταγματάρχης και απέναντι του

οι στρατιώτες παρουσιάζουν όπλα ευθυτενείς και με την πλάτη ίσια.

Στον συμπολεμιστή μας Λοχία.

Στα πόδια μας τα θύματα του.

Ο λοχίας σηκώνει το λούγκερ στο κεφάλι του Ίτσιου.

Πυροβολεί.

Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα.

Με χτυπάει ξανά ο στρατιώτης.

Πέφτω στα γόνατα μέσα στη λάσπη.

Κλαίω από περηφάνεια και ζήλεια.

Για τη δόξα που αξιώθηκε.


Ιωάννης Μπαχάς


Η συμμετοχή μου στις εκδηλώσεις τιμής για τα 82 χρόνια από το Έπος της Μάχης των Οχυρών.

 

Άλλα σχέδια


       

     Την αγαπώ. Είχα σχέδια για το μέλλον. Μια ευτυχισμένη άρεια οικογένεια. Σήμερα ζούμε κάτω από ερείπια. Οι βομβαρδισμοί δεν σταματούν. Όταν οι ρωσικές ερπύστριες ακούστηκαν στα βάθη της Καγκελαρίας, ετοιμαστήκαμε να αυτοκτονήσουμε. Στον διάδρομο, το κατάλαβε. Η Εύα φώναξε στον σωσία: “Δεν είσαι ο Αδόλφος”.

Είχα άλλα σχέδια.

                                                          Ιωάννης Μπαχάς



Η ιστορία αυτή, μόλις 50 λέξεων, γράφτηκε στα πλαίσια των απαιτήσεων του δεύτερου μαθήματος του διαδικτυακού Εργαστηρίου Μικρομυθοπλασίας που προσφέρει το Μουσείο Καζαντζάκη και διδάσκει ο Γιάννης Φάρσαρης, συγγραφέας του "Σουσάμι Άνοιξε".

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Διήγημα: Ντύσου πρόχειρα και βάλε ......το ψυμίθι

              Ντύσου πρόχειρα και βάλε….. τo ψυμίθι

(συνέχεια του "Λεγεωνάριου του Έρωτα")

          

"Τους έστρωσαν για να βρίσκουν και να μας….. πιάνουν"
        Οι Ρωμαίοι δεν έφτιαξαν αυτούς τους υπέροχους δρόμους για να πηγαίνουμε παντού στην αυτοκρατορία τους. Δεν σκέφτονταν τους υποτελείς Έλληνες και την αγάπη τους για την πεζοπορία. Τους έστρωσαν για να βρίσκουν και να μας….. πιάνουν καθώς βαδίζουμε πάνω τους. Έτσι σκέφτηκε η Αφροδίτη και οι σκέψεις ανεβοκατέβαιναν χτυπώντας την κορυφή του κεφαλιού της συγχρονισμένες με τα ισχυρά τραντάγματα της άμαξας που την απομάκρυνε από τους Στόβους. Το έγκλημά της θα είχε αποκαλυφθεί τώρα και οι διώκτες της θα ήταν ήδη στο κατόπι της, τρέχοντας πάνω στις ίδιες πλάκες για να την πιάσουν και να…….ούτε να σκεφτεί μπορούσε τα βασανιστήρια που έκαναν στους εγκληματίες. Στη δολοφόνο ενός εκατόνταρχου!!! Ίσως να θαύμαζε και το Κολοσσαίο της Ρώμης όταν θα την προσφέραν τροφή στα λιοντάρια του.  

           Πήδηξε εύκολα από το αργοκίνητο κάρο και έτρεξε μπροστά να δώσει στον έκπληκτο χωρικό έναν χρυσό σηστέρτιο για τη χάρη που της έκανε. Βγήκε από τον δρόμο και κατηφόρισε την πλαγιά προς τον Ελικώνα. Θα την κατέβαζε αυτή τη φορά στη θάλασσα. Ο ποτάμιος Θεός θα παράσερνε και τα δικά της κρίματα και θα τα ξέπλενε στις γυαλιστερές του πέτρες ώσπου να της επιστρέψει καθάρια την ψυχή της όταν θα φθάνανε στο πέλαγος. Βάδισε πολλές μέρες ακόμη μακριά από πόλεις και ανθρώπους. Κάποιοι λεγεωνάριοι που την είδαν την αψήφησαν. Τα κοντά μαλλιά και το σφιχτό της χιτώνιο την έκαναν να μοιάζει με αγόρι. Ένα ακόμη ορφανό που περιφέρονταν ξυπόλητο στους αγρούς της κατακτημένης Ελλάδας.

           

"...ακουμπούσαν τους αγκώνες της πιο αστραφτερά από ποτέ" 
       Κάποτε η κούραση τη μέθυσε. Στο πληγιασμένο σώμα της ξεχύθηκαν ουσίες γλυκές και την κατέκλυσαν. Ένα μελένιο μούδιασμα απλώθηκε σε όλο της το κορμί. Κάθισε στα ριζά μιας καστανιάς. Το δάσος είχε έρθει να την υποδεχθεί στις πύλες της πόλης.  Είχε σχεδόν φθάσει αλλά δεν το ήξερε. Τα βλέφαρα της αρνούνταν να σηκωθούν και τα μάτια της ήταν απρόθυμα να προπορευτούν στον δρόμο της. Αποκοιμήθηκε. Την χάϊδεψε η ευωδία της Θεάς και την τράβηξε έξω από τη μυστική εκείνη κάμαρα που καταφεύγουν οι θνητοί όταν κοιμούνται.

- Έρχεσαι σε μένα, αλλά δεν έφθασες ακόμη. 

"Για να σμιλέψει η ψυχή αντίγραφα" 

         Δεν μπόρεσε να απαντήσει. Ανέβαινε ακόμη τα σκαλιά της κάμαρας, τρέχοντας τώρα που κατάλαβε πως η Θεά ήταν στη θύρα του Ύπνου και της μιλούσε. Η Θεά ήταν όπως την φαντάζονταν από μικρό κορίτσι. Έτσι είναι οι Θεοί. Γι’ αυτό φτιάχνουν τα αγάλματα οι Έλληνες. Για να σμιλέψει η ψυχή του καθενός αντίγραφα.

- Βάλε λίγο ψυμίθι στις παρειές και στα χείλη σου και έλα να με υπηρετήσεις στον ναό μου στο Δίον.

           Έτεινε το χέρι της και της έδωσε το δρύϊνο κουτί. Έβαλε το δάκτυλο της στην κόκκινη σκόνη και την άπλωσε στο αναψοκοκκινισμένο της μάγουλο.

- Και τα μαλλιά σου, λούσε τα και πιάσ' τα με τη….λόγχη σου.

           Πετάχτηκε πάνω αλαφιασμένη από το θείο όνειρο. Πήρε το ομορφοσκάλιστο κουτί με τα ψυμίθια από τα ριζά του δένδρου. Έψαξε τις πτυχές του χιτώνα της για την κοκάλινη βελόνα. Τα μαλλιά της θρεμμένα από το άγγιγμα της Θεάς ακουμπούσαν τους αγκώνες της πιο αστραφτερά από ποτέ. Τα έπιασε κότσο με τη βελόνα και μπήκε στο δάσος.

           Έφθανε στο Δίον.            

Ιωάννης Μπαχάς

θεσσαλονίκη, 20/2/2021



       Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της ψηφιακής δράσης "Το μουσείο έχει (τη δική σου) ιστορία!". Οι φίλοι του Μουσείου καλούνται να εμπνευστούν μια ιστορία ή ένα ποίημα από μια σειρά εκθέματα που προτείνει. Είχα τη χαρά και την τιμή να δημοσιευτεί η ιστορία της Κλαυδίας, αλλά και η συνέχεια της, στη σελίδα του Α.Μ.Θ. αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα του. Σας παροτρύνω να γράψετε και εσείς μια ιστορία. Οι καλοί μου φίλοι Δημήτρης Παπαδόπουλος και Κατερίνα Κρυστάλλη, ανταποκρίθηκαν. Σύντομα θα δημοσιεύσω και τις δικές τους ιστορίες και ποιήματα.

Χαϊκού

 


Χαϊκού


Χιόνι στα κλαδιά. 

Την Άνοιξη καρτερούν. 

Η κερασιά μου.



Μαρία Σοφιαδή


         Η Μαρία Σοφιαδή είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος. Το χαϊκού αυτό, καθώς και η φωτογραφία που το συνοδεύει, είναι οι πρώτες δημιουργίες της που μας εμπιστεύτηκε. Την ευχαριστούμε και περιμένουμε και άλλες δημιουργίες της.   





Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Διήγημα: Λεγεωνάριος του Έρωτα

 Λεγεωνάριος του Έρωτα

 

          Όσο θεϊκό και αν ήταν το κορμί της με τις υπέροχες καμπύλες για τις οποίες μάλωναν στην ουρά έξω από το σπίτι οι γλύπτες και οι ζωγράφοι της πόλης, με τίποτε δεν συγκρίνονταν με το πάθος που προκαλούσε στους πελάτες της η ανταριασμένη θάλασσα των μαλλιών της. Στο άρωμα τους πνίγονταν οι άνδρες των Στόβων και κάποιοι επέμεναν πως τους έκαιγε η κόμη της όταν σαν λιωμένος χρυσός  ακουμπούσε στο πρόσωπο.         

"Το ήξερε και το απολάμβανε"
     Το ήξερε και το απολάμβανε. Είχε έρθει από τον άθλιο ασήμαντο οικισμό της στις εκβολές του Αξιού ανεβαίνοντας το ρεύμα του ποταμού σαν πέστροφα μέχρι την  ισοπολίτιδα πόλη των Ρωμαίων που ίδρυσε ο Βεσπασιανός, τους Στόβους. Μικρός παραπόταμος η ομορφιά της ενώθηκε με τον Εριγύνα και τον Αξιό, τους δύο ποτάμιους Θεούς, και κύκλωσε με λαγνεία τη νέα πόλη. Πίστευε πως η Αφροδίτη θα την καταλάβαινε που έκρυψε το όνομα της και ντύθηκε με το ρωμαϊκό Κλαυδία και ανηφόρισε ενθουσιασμένη μαζί με τα νιάτα της Μακεδονίας που μετά από χρόνια ζόφου, αίματος και λεηλασιών είδαν στη ρωμαϊκή ειρήνη μια ελπίδα. Κι’ ας έχασκε στην ψυχή τους ανεπούλωτη η πληγή της περηφάνιας του λαού τους που προσκυνούσε εδώ και δύο αιώνες τους Ρωμαίους.

"Νεόπλουτοι πολίτες των Στόβων, οι απόστρατοι λεγεωνάριοι" 

       Νεόπλουτοι πολίτες των Στόβων οι απόστρατοι λεγεωνάριοι που μετά από εικοσιπέντε χρόνια θητεία στον Άρη έρχονταν να ζήσουν τα χρόνια που τους έμεναν. Ήταν η άρχουσα τάξη των νέων πόλεων της αυτοκρατορίας. Δεν άφηναν όμως όλοι το ξίφος τους και αν και ο πλούτος που μάζεψαν, τους επέτρεπε να κάνουν ένα ζεστό λουτρό πριν πλαγιάσουν μαζί της, εντούτοις δεν ξέπλενε τη βιαιότητα που, σαν δεύτερο δέρμα, τους ακολουθούσε από τις μέρες των ματωμένων εκστρατειών.

             Ο Ιούλιος Βάσσος από την Πελαγονία, παλαίμαχος εκατόνταρχος, θυσίαζε πρόθυμα τους σηστέρτιους που βούτηξε στο αίμα για να μυρίζει τα φρεσκολουσμένα μαλλιά της που του άρεσε όμως και να τα τραβάει με βία πάνω στον παροξυσμό του πάθους. Και όταν το κόκκινο σύννεφο του σκέπαζε τα μάτια, την άρπαζε από αυτά και την πετούσε στον τοίχο. Τότε έβριζε και χαιρετούσε κάποιον ανύπαρκτο Καίσαρα που μόνο αυτός έβλεπε. Έφευγε πετώντας μερικούς σηστέρτιους στο πάτωμα. Ας τους μάζευε η πόρνη.

"Του άρεσε όμως να τα τραβάει με βία..."
       Εκείνο το βράδυ η Κλαυδία δεν εγκατέλειψε τα χρυσά της μαλλιά στη λύσσα του. Τους συμπαραστάθηκε. Όταν ο Ιούλιος έβαλε τα τραχιά του χέρια μέσα τους,  τράβηξε την κοκκάλινη βελόνα που τα συγκρατούσε και γυρίζοντας απότομα την κάρφωσε στο μάτι του. Το κόσμημα βγήκε από την πίσω πλευρά του κρανίου μαζί με το λιγοστό του μυαλό, στέλνοντας στον Άδη τον σκληροτράχηλο λεγεωνάριο που δεν κατάφεραν να καταβάλλουν οι αιμοβόροι Γαλάτες.

       Έβγαλε την βελόνα και την ξαναέβαλε στα μαλλιά της. Έτρεξε έξω ουρλιάζοντας  περνώντας από τους λεγεωνάριους που περίμεναν. Φώναζε πως φονιάδες μπήκαν από το παράθυρο.

       Απομακρύνθηκε.

       Εκείνο το βράδυ κούρεψε τα μαλλιά της για να μην την γνωρίσουν και κατηφόρισε προς το Δίον με ένα κάρο. Γνώριζε πως εκεί υπήρχε ένα θεραπευτήριο της Αφροδίτης που σε γιάτρευε με Έρωτα. Θα άρχιζε μια νέα ζωή. Ήταν, σκέφτηκε, μια λεγεωνάριος του Έρωτα. Αυτή η βελόνα ήταν το δόρυ της και σήμερα κατέκτησε με αυτό την ψυχή της. 

                                                                                                                                  Ιωάννης Μπαχάς



         Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της ψηφιακής δράσης "Το μουσείο έχει (τη δική σου) ιστορία!". Οι φίλοι του Μουσείου καλούνται να εμπνευστούν μια ιστορία ή ένα ποίημα από μια σειρά εκθέματα που προτείνει. Είχα τη χαρά και την τιμή να δημοσιευτεί η ιστορία της Κλαυδίας, αλλά και η συνέχεια της, στη σελίδα του Α.Μ.Θ. αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα του. Σας παροτρύνω να γράψετε και εσείς μια ιστορία. Οι καλοί μου φίλοι Δημήτρης Παπαδόπουλος και Κατερίνα Κρυστάλλη, ανταποκρίθηκαν. Σύντομα θα δημοσιεύσω και τις δικές τους ιστορίες και ποιήματα.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Διήγημα: Σαν καινούργιος

 

Σαν καινούργιος



         Ο ιερέας έτρεμε. Ήταν ακόμη μια φορά που εύχονταν να ήταν καθολικός και όχι ορθόδοξος. Οι συνάδελφοι του οχυρώνονταν πίσω από το ξύλινο χώρισμα του εξομολογητάριου και δεν τους κατασπάραζαν σαν αμνούς οι αμαρτίες των πιστών. Στο δικό του δόγμα, ο αμαρτωλός γονάτιζε μπροστά του όμως ο ιερέας ήταν αυτός που λύγιζε από το βάρος των αποκαλύψεων. Και όταν ο εξομολογούμενος ήταν ένας “Περαματάρης του Άδη”, τότε… 
"Θα με συγχωρέσει ο κύριος;"
       Ο λιπόσαρκος άνδρας με το ακριβό κουστούμι δεν δίστασε να τσαλακώσει το παντελόνι του και ο ιερέας τον φαντάστηκε, καθώς τον άκουγε, να ξεκοιλιάζει τα θύματα του. Μικρά κορίτσια, προσφυγοπούλες, ασυνόδευτα αγοράκια και ανάπηρα παιδιά. Τα θώπευε, τα βίαζε και στο τέλος τα κομμάτιαζε και τα πετούσε στις χωματερές των καταυλισμών. Με αυτή τη σειρά του περιέγραψε τη ζωή του, γιατί μια ζωή ολόκληρη ανεβοκατέβαινε ο δαίμονας αυτός τους κύκλους της Δαντικής Κόλασης.

- Θα με συγχωρέσει ο Κύριος; τον ρώτησε και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο που θα τον στοίχειωνε για πάντα.

- Ο Θεός συγχωρεί, οι άνθρωποι δεν το νομίζω.

- Αυτή δεν είναι η ουσία της μετάνοιας; Να ξεκινάς από την αρχή. Ε, πάτερ;

Σηκώθηκε, έστρωσε το παντελόνι στα γόνατα και άφησε έναν χοντρό φάκελο στο παγκάρι.

- Για τα φτωχά παιδιά.

Έφυγε σαν καινούριος. 

Ο ιερέας ήταν που πάλιωσε.


Ιωάννης Μπαχάς


Η ιστορία γράφτηκε με αφορμή τον διαγωνισμό με θέμα "Επανεκκίνηση" που διοργάνωσε η ιστοσελίδα 121Words και δημοσιεύτηκε με μορφή flash fiction (121 λέξεις).

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

Διήγημα: Αιωνίως ευγνώμων

 

Αιωνίως ευγνώμων


          Έπρεπε να διαλέξω. Ο ογκολόγος με σύστησε με τον καρκίνο που είχε νοικιάσει διαμέρισμα στο πάγκρεας μου και του έκανε ανακαίνιση. Βεβαίως, εγώ τον είχα καλέσει κολλώντας ενοικιαστήρια σε εκατοντάδες φιάλες αλκοόλ από την εφηβεία μου ακόμη. Όμως ως δαιμόνιος νοικοκύρης του σώματος μου, αποφάσισα να του κάνω έξωση. Οι χρόνιες μελέτες μου στο Μεταφυσικό και τις Απόκρυφες Τέχνες, με έφεραν σε επαφή με την δυσώδη φυλή των απέθαντων αιμοποτών που κυκλοφορούσε στις αντικοινωνικές σέκτες της υψηλής Αθηναϊκής κοινωνίας.  

".....στα θεσπέσια κορίτσια που “σερβίρονταν με τη σειρά τους στα μέλη”

           Προσελήφθηκα ως σεφ στη Λέσχη Αθηνών στην Πανεπιστημίου. Ετοίμαζα τα λουκούλεια γεύματα που όμως κανένα μέλος δεν άγγιζε ποτέ αλλά προσφέρονταν πάνω στους κατάφορτους μπουφέδες σε εκείνους τους υπέροχους νέους και στα θεσπέσια κορίτσια που “σερβίρονταν” με τη σειρά τους στα μέλη για να γευτούν τους χυμούς τους. Ζήτησα, μάλλον απαίτησα με θράσος αλλά και ειλικρίνεια να υπηρετήσω ισοβίως ως σεφ της Λέσχης. Ένας αιωνίως μεσήλικας υπουργός της Κυβέρνησης μου “υπέγραψε” τη σύμβαση βυθίζοντας τα δόντια του στο λαιμό μου. Την επόμενη μέρα δεν συμμετείχε στο υπουργικό συμβούλιο από το απίστευτο χανγκόβερ που του χάρισε το αλκοολούχο αίμα μου. Σίγουρα θα μετάνιωσε για τη μεγαλοψυχία του.

Του είμαι αιωνίως ευγνώμων.


Ιωάννης Μπαχάς

Η ιστορία γράφτηκε με αφορμή τον διαγωνισμό με θέμα "Επανεκκίνηση" που διοργάνωσε η ιστοσελίδα 121Words και δημοσιεύτηκε με μορφή flash fiction (121 λέξεις).  Επίσης, δημοσιεύτηκε στο πάντα φιλόξενο Cartel των φίλων Αχιλλέα Σωτερέλλου και Αλέξανδρου Πετρόχειλου.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

"Vales Marineris": Το Βραβείο των Συμπαντικών Διαδρομών για το Scifiku

Χαϊκού εμπνευσμένα από το κοσμικό Έρεβος  


        Ανακοινώθηκαν τα φετινά βραβεία Λογοτεχνίας του Φανταστικού που διοργανώνουν οι εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές του φίλου συγγραφέα Γιώργου Σωτήρχου. Είχα την τιμή να λάβω το τρίτο βραβείο με τρία χαϊκού μου Επιστημονικής Φαντασίας τα οποία θα δημοσιεύσω εδώ μαζί με όσα απέρριψα αρχικώς σε ένα ενιαίο σύνολο σκοτεινών χαϊκού που μου εμπνέει το κοσμικό έρεβος. Δεν θα γράψω ποια ήταν αυτά που διακρίθηκαν. Εσείς τι λέτε; 

Οι άλλοι νικητές του Διαγωνισμού ήταν οι:

Νεφέλη Κωτίτσα, πρώτη θέση

Γιάννης Δημόπουλος, δεύτερη θέση 

Παναγιώτης Φαμέλης, τρίτη θέση ισόβαθμος με εμένα. Συγχαρητήρια σε όλους.



            Κρύα Ευρώπη,

στον πάγο περιμένεις,

πλοκαμόχερη.



             
               Ωραίο σκάφος,

σαν χύτρα βράζει κρέας

των αστροναυτών.




                Νέα φυτεία

νόστιμων ζώων κρέας

η Γη σας είναι.




            Μην μας αγγίζεις

των Κρόνιων το φαϊ 

είμαστε εμείς.



Δέκα χρόνια

ήταν η βάρδια τους.

Μας βαρέθηκαν.

                 

Ωραία γεύση

οι αστροναύτες έχουν,

αλλά και τσόφλι.


Το έδαφος σου

ψυχρό ρομπότ πιστεύεις

ερωτεύτηκε. 


    Οι φωτογραφίες είναι από τις ταινίες: Europa Report (2013), Sputnik (2020), Event Horizon (1997), War of Worlds (2005) και Prometheus (2012). 

 

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

 

Η τελευταία επιθυμία

του Δημήτρη Δελαρούδη 


         

"...λουζόντουσαν από ένα νοσηρό πράσινο φως.."
       Ο μελλοθάνατος ονόματι Μάρκους Ντιν, στεκόταν στην είσοδο του διαδρόμου που διέσχιζε τον Εθνικό Αποσυνθετή Ύλης. Ανά μικρά τακτά διαστήματα, οι δύο τριγωνικές πλευρές του διαδρόμου λουζόντουσαν από ένα νοσηρό πράσινο φως· ολοφάνερο σημάδι ότι ο Εθνικός Αποσυνθετής βρισκόταν σε ετοιμότητα να αποσυνθέσει τον κάθε άτυχο θανατοποινίτη που θα ήταν υποχρεωμένος να τον διασχίσει.

      Διακόσια μέτρα πέρα από τον Εθνικό Αποσυνθετή Ύλης, δέσποζε η κατάμαυρη, ύψους οκτακοσίων μέτρων, πυραμίδα του Εθνικού Κεντρικού Υλοποιητή Σκέψης. Εκατομμύρια μικροσκοπικά, πολύχρωμα, λαμπάκια αναβόσβηναν στην στιλπνή, μαύρη επιφάνειά της πυραμίδας που ήταν επενδυμένη με συνθετικό γαγάτη. Το κάθε λαμπάκι αντιπροσώπευε κι έναν Οικιακό Υλοποιητή Σκέψης που δούλευε πυρετωδώς εκείνη τη στιγμή σε κάποιο διαμέρισμα, αντλώντας απίστευτες ποσότητες πυρηνικής ενέργειας από την κεντρική πυραμίδα για να υλοποιήσει με κάθε λεπτομέρεια την επιθυμία του εκάστοτε ενοίκου.

  Καθισμένος αναπαυτικά επάνω στον επιβλητικό του θρόνο από εκθαμβωτικό συνθετικό ιάσπη και λαμπερό συνθετικό νεφρίτη, κάπου ανάμεσα στον Αποσυνθετή και τον Υλοποιητή, βρισκόταν ο τέταρτος των Μεγίστων Κριτών. Μειδιούσε μεφιστοφελικά –όπως ο ίδιος ο οικοδεσπότης της Κόλασης– τρίβοντας τα χέρια του χαιρέκακα κάτω από την ασημιά του μπέρτα γιατί, κάθε φορά που επρόκειτο να καταδικάσει έναν εγκληματία σε θάνατο ριγούσε από ηδονή. Αφού υιοθέτησε ένα ύφος γεμάτο περιφρόνηση για να ταιριάζει στην περίσταση, καθάρισε το λαιμό του και είπε:

«Κύριε Μάρκους Ντιν, σας καταδικάζω σε θάνατο διότι χθες το βράδυ, στις είκοσι δύο και τριάντα τρία ακριβώς, εκστομίσατε τη λέξη...»

Ο Μέγιστος Κριτής έβγαλε από την τσέπη του ένα καρτελάκι που έγραφε με κόκκινα παχιά γράμματα τη λέξη «ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ» και την έδειξε στον μελλοθάνατο.

«Μήπως κάνω λάθος;»

        Ο Μάρκους Ντιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

   «Όχι, Τέταρτε των Μεγίστων, δεν κάνετε λάθος, ούτε θα μπορούσα να διαψεύσω τις εκατόν είκοσι οκτώ δημόσιες κάμερες που κατέγραψαν το συμβάν. Πρόφερα τη συγκεκριμένη λέξη μονολογώντας στο δρόμο για το σπίτι μου».

        «Α, χα! Το παραδέχεσαι λοιπόν! Και τι έχεις να απολογηθείς;»

       «Δεν το έκανα σκόπιμα. Δεν είχα καμιά πρόθεση να ξεστομίσω αυτή τη λέξη».

        «Τότε, για ποιο λόγο την προφέρατε, κύριε Ντιν;»

     «Ξέρετε… Είναι φορές που μου έρχονται διάφορες παράξενες λέξεις στο μυαλό… Πολλές φορές μπορεί να μη γνωρίζω τι ακριβώς σημαίνουν, αλλά να... Θα σκάσω αν δεν τις ξεστομίσω ώστε ν’ ακούσω τον ήχο τους... Θα μπορούσε να είναι για παράδειγμα η λέξη “εκβραχιστικός” ή ακόμη η λέξη “δεξαμενισμός”. Σας ορκίζομαι ότι δε γνωρίζω ούτε τη σημασία της μιας, ούτε της άλλης, αλλά άμα τις δω κάπου γραμμένες και δεν τις προφέρω για να ακούσω πως προφέρονται, θα σκάσω, ω, Μέγιστε.

»Έτσι συνέβη κι χθες το βράδυ. Μού ‘ρθε αυτή η καταραμένη λέξη στο μυαλό –σας ορκίζομαι δεν μπορώ να θυμηθώ που την είδα γραμμένη– και άρχισε να στριφογυρίζει σα λυσσασμένη σφήκα ανάμεσα στις σκέψεις μου. Ε, κι εγώ δεν άντεξα· την ξεστόμισα, π’ ανάθεμά την!

»Αλλά πιστέψτε με, Μέγιστε, δε θυμόμουν καθόλου ότι βρισκόταν στη λίστα με τις δημόσια απαγορευμένες λέξεις. Στο κάτω-κάτω, δεν την είπα σε κανένα… Ήμουν μόνος μου εκείνη τη στιγμή... Λυπηθείτε με, Μέγιστε! Λυπηθείτε με!»

"..αναβόσβηναν στην στιλπνή, επιιφάνειά της πυραμίδας"
   Ο Κριτής κόντεψε να εκραγεί από το θυμό του.

«Πως! Και το θέτεις αυτό ως δικαιολογία; Γνωρίζεις πως αυτή είναι η πιο επικίνδυνη λέξη της χώρας; Γνωρίζεις ποιες συνέπειες μπορεί να έχει αν την ακούσει κάποιος που δεν την έχει ακούσει ποτέ στη ζωή του; Απαγορεύεται αυστηρά δια νόμου να θυμίζουμε στους συνανθρώπους μας λέξεις και έννοιες που ο πολιτισμός μας έχει εξαφανίσει από την πανανθρώπινη συλλογική μνήμη...»

«Μα εγώ… Δεν ήθελα να–»

«Αυτό είναι απαράδεκτο…» του έδειξε πάλι το καρτελάκι με την απαγορευμένη λέξη, «όταν έχουμε προσεγγίσει το, για αιώνες, απροσδόκητο τεχνολογικό επίπεδο! Έχουμε καταφέρει ως πολιτισμός να κατασκευάσουμε τον Υλοποιητή της Σκέψης· το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρωπότητας! Απολαμβάνουμε τα πάντα χωρίς κατάχρηση. Όχι, πείτε μου· τι σας έλειψε, κύριε Ντιν, και αντιδράσατε τόσο αχάριστα;»

«Μα σας είπα... Εγώ δεν σκόπευ–»

«Δικαιολογίες! Είσαστε αγνώμων! Ας υποθέσουμε ότι επιθυμούσατε ένα ωραίο και νόστιμο φαγητό. Το μόνο που είχατε να κάνετε ήταν να πάτε στο διαμέρισμά σας, να σταθείτε μπροστά στον προσωπικό σας θάλαμο Υλοποίησης Σκέψεων που συνδέεται μ’ αυτό το θεϊκό μηχάνημα». Ο Κριτής έδειξε την τιτάνια πυραμίδα με τον αντίχειρα.

«Έπειτα, θα έπρεπε να φανταστείτε πολύ έντονα το συγκεκριμένο γεύμα και μετά να εκφράσετε λεκτικά την επιθυμία σας. Σ’ ένα ή δύο δευτερόλεπτα, το πεντανόστιμο φαγητό θα είχε υλοποιηθεί στον Οικιακό σας Θάλαμο. Σωστά;»

Ο Μάρκους Ντιν ένευσε.

«Ή μήπως σας απαγόρευσε κανείς να βιώσετε μια ψυχοταινία ή να απολαύσετε ένα υποσυνείδητοτράγουδο; Σας στέρησε ποτέ κανείς μια βόλτα με το πολυτελέστερο αιθεροκίνητο της Γης; Μήπως το πιο κομψό κουστούμι ή ένα έργο τέχνης; Σας τα αρνήθηκε ποτέ κανείς όλα αυτά;»

«Σύμφωνοι, αλλά διαρκούν μόνο είκοσι–»

«Εικοσιτέσσερις ώρες… Έχετε δίκιο, κύριε Ντιν. Δε διαφωνώ. Αλλά, τι να τις κάνετε τις παραπάνω ώρες; Εικοσιτέσσερις είναι πέρα από αρκετές. Το φαγητό θα το έχετε χωνέψει σε τρεις μόνο ώρες, το κοστούμι θα το φορέσετε σε μια βραδινή έξοδο ή μια επίσημη κοινωνική υποχρέωση. Από την άλλη, ποιος σας απαγόρευσε να επαναλάβετε την επιθυμία σας την επόμενη μέρα;

»Ενέργεια που μετατρέπεται άμεσα σε ύλη και, ύλη, που φυσικά ξαναγίνεται ενέργεια μετά το πέρας των είκοσι τεσσάρων ωρών για να επιστρέψει πίσω, στην πυραμίδα του Υλοποιητή απ’ όπου πηγάζουν όλα τα αγαθά της κοινωνίας μας.

»Εδώ και διακόσια χρόνια, η ανθρωπότητα έχει καταφέρει να εξισορροπήσει απόλυτα την κατανομή της υλοενέργειας, κύριε Ντιν! Εδώ και διακόσια χρόνια, όλοι απολαμβάνουν εξίσου τα προϊόντα του Υλοποιητή! Υπερ-Ισότητα! Το όραμα όλων των φιλοσόφων του μακρινού μας παρελθόντος!

»Μάθετε λοιπόν ότι για τον –πάνσοφο– αυτό λόγο, όλα τα δημιουργήματα του Υλοποιητή Σκέψης δε διαρκούν πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες...»

«Το γνωρίζω, αλλά εγώ–» πήγε να απολογηθεί ο Ντιν, αλλά δεν πρόλαβε.

"...το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρωπότητας!"
   «Και σεις, κύριε… Αχάριστε, ξεστομίσατε αυτή την άπρεπη και καταραμένη λέξη... Ασυνείδητα λέει! Ακούσια λέει! Ανήκουστο! Κι αν σας άκουγε ένας πολίτης που έστριβε εκείνη τη στιγμή τη γωνία, τότε τι θα απαντούσατε κύριε Σκυλί Που Δαγκώνει Το Χέρι Που Το Ταΐζει; Ποιος θ’ αναλάμβανε τη φροντίδα ενός φιλήσυχου συμπολίτη μας όταν εκείνος θα αποκτούσε ψυχικά τραύματα λόγω της πράξης σας; Και ο υπαίτιος θα ήσασταν εσείς, κύριε Αγνώμων...»

»Δια ταύτα: σας καταδικάζουμε σε αποσύνθεση στον Εθνικό Αποσυνθετή Ύλης. Ορίστε, μπορείτε να διασχίσετε αμέσως τον διάδρομο αποσύνθεσης…»

«Μισό λεπτό!» αντέδρασε ο θανατοποινίτης. «Και το δικαίωμα της τελευταίας επιθυμίας;»

«Χμ, σωστά… Βλέπω ότι γνωρίζετε πολύ καλά τα δικαιώματά σας. Σας ανακοινώνω, λοιπόν, ότι ως μελλοθάνατος έχετε το δικαίωμα μιας τελευταίας επιθυμίας, που, φυσικά, θα την πραγματοποιήσει η ύστατη εφεύρεση της ανθρωπότητας: ο Υλοποιητής Σκέψης...

»Έχετε βέβαια κατά νου ότι δεν θα υλοποιηθούν επιθυμίες που αναιρούν την απόφαση του δικαστηρίου. Για το λόγο αυτό, μη χάνετε άδικα τον χρόνο σας και σκεφτείτε κάτι ταιριαστό στην περίπτωσή σας. Για παράδειγμα ένα πανάκριβο πούρο, ένα σπάνιο ποτό, ακόμη κι ένα απαγορευμένο ναρκωτικό… Ίσως μια νύχτα με την ωραιότερη γυναίκα της οικουμένης…

»Σκεφτείτε, κύριε Μάρκους Ντιν... Σκεφτείτε καλά αυτό που θα ζητήσετε – και είπαμε· όχι κόλπα!

Ο Μάρκους Ντιν έστρεψε το κορμί του προς τον Φορητό Θάλαμο Υλοποίησης Σκέψης, που βρισκόταν στημένος δίπλα του ειδικά για τέτοιου είδους περιπτώσεις, και άρχισε να φαντάζεται. Δεν ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που θα φανταζόταν κάτι τόσο έντονα· τόσο ζωντανά και με τόση ενδελέχεια και λεπτομέρεια. Τα λεπτά περνούσαν και ο Τέταρτος των Κριτών, εκνευρισμένος στο έπακρο, άρχισε να κουνά νευρικά τα γόνατά του και να χτυπά τις πατούσες του κάτω από τον ασημένιο του μανδύα.

Έπειτα από μισή ώρα ακριβώς, ο μελλοθάνατος έσκυψε ελαφρώς πάνω από το μικρόφωνο του φορητού Υλοποιητή, άνοιξε το στόμα του και ψιθύρισε ένα ζεύγος λέξεων. Κανένας, πέρα από το μηχάνημα, δεν κατάφερε ν’ ακούσει τι είχε επιλέξει ως τελευταία του επιθυμία.

Ο μελλοθάνατος, στάθηκε στην είσοδο του Αποσυνθετή Ύλης, πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε το πρώτο βήμα προς την ανυπαρξία. Τα φώτα του Αποσυνθετή, έβαψαν πράσινο το πρόσωπό του, καθώς εκείνος σκεφτόταν ακόμη τις δύο λέξεις που είχε ψιθυρίσει στο μηχάνημα πριν από τριάντα δευτερόλεπτα. Επρόκειτο για τις δύο ίδιες λέξεις που πρόφερε κάθε βράδυ στο μικρόφωνο του Υλοποιητή Σκέψης του διαμερίσματός του, στις 23:59 ακριβώς, εδώ και διακόσια χρόνια. Δεν ήταν άλλες από το ονοματεπώνυμό του.

Όταν έκανε το δεύτερο βήμα στον διάδρομο του Αποσυνθετή, κανένας δεν παρατήρησε ότι ένα μικροσκοπικό, κόκκινο λαμπάκι άρχισε να αναβοσβήνει ανάμεσα στα υπόλοιπα εκατομμύρια πολύχρωμα λαμπάκια της επιφάνειας της κολοσσιαίας μαύρης πυραμίδας.


Δημήτρης Δελαρούδης


       “Η περιέργεια μου για το άγνωστο και το μυστήριο έμοιαζε μ’ ένα τιτάνιο αόρατο δάχτυλο που έσπρωχνε την πλάτη μου και με ανάγκαζε να προχωρήσω παραπέρα και να ανακαλύψω τι άλλο υπήρχε κρυμμένο...”

        Ένα αόρατο “δάχτυλο” σπρώχνει τον Θεσσαλονικιό συγγραφέα της φανταστικής λογοτεχνίας, Δημήτρη Δελαρούδη να εξερευνά μέσα από το έργο του τις “άφατες” εκείνες περιοχές που αψηφούν τον χρονο-ποταμό και βρίθουν από παρουσίες. Στο δεύτερο βιβλίο του, που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020, από τις εκδόσεις Πηγή, μας αποκαλύπτει τις “δυνατότητες υπονόμευσης, στα βάθη της ψυχής και του μυαλού, που απολαμβάνει η μουσική”. 

         

    Τη συνέντευξη που μου παραχώρησε στην διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή "Το Κάλεσμα του Κθούλου" στο Ραδιόφωνο του Ερευνητικού Οργανισμού Ελλήνων, μπορείτε να τη διαβάσετε στην ιστοσελίδα του πολιτιστικού περιοδικού Κήρυκος Λίθος, όπου και δημοσιεύτηκε. Με δύο εξαιρετικά βιβλία στο ενεργητικό του, τον "Ιό της Βαβέλ" και το προσφάτως εκδοθέν "Μυστικό Άστρο", και δεκάδες διηγήματα που διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς και ανθολογήθηκαν σε συλλογές, ο Δημήτρης Δελαρούδης αποτελεί το παρόν και το μέλλον της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Φανταστικού και όχι μόνο αυτής. Τον ευχαριστώ θερμά για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε με την παραχώρηση του συγκλονιστικού διηγήματος του, που πιστεύω πως απολαύσατε όπως και εγώ (και μέσα στην κατάσταση που βιώνουμε τόσο, μα τόσο προφητικό...).

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Όνειρο μέσα σε όνειρο

 Όνειρο μέσα σε όνειρο

της Κατερίνας Κρυστάλλη

"Ο καθένας ήταν μόνος του"
       Έκανε πολύ κρύο και έψαχνα ένα μέρος για να ζεσταθώ πριν πάω σπίτι, μιας και ήταν αρκετής ώρας δρόμος. Μοναχά μια παμπ που έβλεπα για πρώτη φορά, ήταν ανοιχτή.

       Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ο καθένας ήταν μόνος του. Πίσω από το μπαρ, δέσποζε μια κατάλευκη προτομή της θεάς Αθηνάς. Χαμογέλασα. Κάθισα δίπλα στον Γουίλλιαμ ΛεΓκραντ, ο οποίος περιεργαζόταν έναν χρυσό σκαραβαίο. Πριν προλάβω να παραγγείλω, η Άναμπελ Λι, με κέρασε μπύρα. Κοίταξα το είδωλο μου σε έναν καθρέπτη και διαπίστωσα ότι πίσω μου βρισκόταν η κόκκινη μάσκα του θανάτου. Ο Πλούτωνας, ο μαύρος γάτος κύρτωσε την ραχοκοκκαλιά του και εγώ έσπασα το ποτήρι θυμωμένος το ποτήρι που κρατούσα.

      “Σε περιμέναμε Έντγκαρ Άλαν Πόε,” είπε και με αγκάλιασε σφιχτά.

Κατερίνα Κρυστάλλη


Κατερίνα Κρυστάλλη
      Η Κατερίνα Κρυστάλλη είναι η ακατάβλητη και έμπλεη έμπνευσης και αισιοδοξίας εμψυχώτρια πίσω από πολλά συγγραφικά σχέδια που ως δίνη συμπαρασύρουν πολλούς από εμάς τους επίδοξους συγγραφείς που χρειάζονται θέμα, καταληκτικές ημερομηνίες και φυσικά ένα ένθερμο κοινό και μια προσεγμένη έκδοση για τα λογοτεχνικά φληναφήματα τους. Με την παραίνεση της γράψαμε μαζί το υπέροχο "21+1 συγγραφείς σας λένε τον καφέ". Μας τιμάει με ένα μικρό της κείμενο (και δική της φωτογραφία) και περιμένουμε να μας χαρίσει και κάποιες από τις φρικώδεις ιστορίες που πετάνε δυσοίωνα μέσα στις σελίδες των αθηναϊκών περιοδικών όπου γράφει. 

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Αλλόκοτοι συγκάτοικοι

 

Αλλόκοτοι συγκάτοικοι

του Βασίλη Γιαννάκη

ΒΥΤΙΟΦΟΡΟ ΓΕΜΑΤΟ ΑΠΟΒΛΗΤΑ ΣΚΟΡΠΑΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΣΤΗ ΔΟΚΑΝΗ

     

"...και να καταλήξει εκτός δρόμου"
   Ένα απίστευτο δυστύχημα έλαβε χώρα αργά χθες βράδυ στο ύψος της Εθνικής Οδού που διέρχεται έξω από τη Δοκάνη Βοιωτίας. Βυτιοφόρο που ανήκει στο εργοστάσιο πλαστικών συσκευασιών της Novoplex, φορτωμένο με τοξικά απόβλητα, εξετράπη από την πορεία του για άγνωστους λόγους, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει ένα διερχόμενο φορτηγό και να καταλήξει εκτός δρόμου. Οι οδηγοί, τόσο του βυτιοφόρου, όσο και του φορτηγού νοσηλεύονται στο Γενικό Νοσοκομείο της Θήβας χωρίς να διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο. Ωστόσο η κυκλοφορία διακόπηκε για περισσότερο από τρεις ώρες, προκαλώντας μποτιλιάρισμα στα δύο ρέματα της οδού προκειμένου να ανασυρθούν τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα από το δεξιό πρανές του δρόμου.

       Το γεγονός όμως που προκάλεσε ακόμη πιο μεγάλη αναστάτωση στην τοπική κοινότητα της Δοκάνης, είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του φορτίου του βυτιοφόρου υπερχείλισε λόγω της πρόσκρουσης, με αποτέλεσμα τα πράσινα τοξικά απόβλητα με τα οποία ήταν γεμάτο να κατακλύσουν την περιοχή πέριξ του δυστυχήματος. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρές ζημιές στη βλάστηση και στις γειτονικές καλλιέργειες. Η Οικολογική Ένωση Ελλάδος έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα της μια καταγγελία που επισημαίνει τις μελλοντικές επιπτώσεις της καταστροφής στη τοπική χλωρίδα και πανίδα, παρά το γεγονός ότι η Novoplex σε ανακοίνωση που εξέδωσε έχει υποβαθμίσει το μέγεθός της και δεσμεύτηκε ότι θα αποζημιώσει τους περίοικους.

   Ο πρόεδρος της Δοκάνης δήλωσε ότι θα αξιοποιήσει την αποζημίωση προκειμένου να κάνει έργα που θα αποτρέπουν τους πεζούς να διέρχονται από το εν λόγω σημείο το οποίο χαρακτήρισε «επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία». Η απαγόρευση αυτή αφορά πολύ περισσότερο τα μικρά παιδιά, τα οποία είναι πιο πιθανόν να έρθουν σε επαφή με το μολυσμένο έδαφος κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού τους. Για τουλάχιστον δύο χρόνια, η διέλευση από το συγκεκριμένο τμήμα της Εθνικής Οδού, θα επιτρέπεται μόνο στα οχήματα.

Μερικοί μάλιστα από τους κατοίκους εκφράζουν ανησυχίες ότι το διάστημα της απαγόρευσης δεν επαρκεί προκειμένου να επανέλθει η περιοχή στην προηγούμενή της κατάσταση και απαιτούν τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων.


(Δημοσίευμα της εφημερίδας

«Ημερήσιος Καθρέφτης»).


***


     

"Αυτός είναι ο Λόλης"
   «Αυτός είναι ο Λόλης», ξεκίνησε να λέει ο Θανασάκης υψώνοντας τη γυάλα και συστήνοντας τον μικροσκοπικό κάτοικό της στους συμμαθητές και στη δασκάλα του. «Ο Λόλης είναι χρυσόψαρο. Τον ταΐζω κάθε μέρα ένα κόκκινο φαγητό που μοιάζει με κόκκινα κομματάκια και μου το φέρνει ο πατέρας μου από την πόλη. Τα κόκκινα κομματάκια ο πατέρας μου τα λέει ψαροτροφή. Ο Λόλης αγαπάει τη ψαροτροφή και είναι πάντα ήσυχος. Μου αρέσει να τον βλέπω να τριγυρίζει μέσα στη γυάλα, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Οι γονείς μου λένε ότι όλα τα άλλα ζωάκια κάνουν θόρυβο, γι’ αυτό και όταν θέλησα να έχω ένα ζωάκι, μου φέρανε τον Λόλη».

     «Μπράβο, Θανασάκη!», αναφώνησε η κυρία Σταματίνα και χειροκρότησε, παρακινώντας τους συμμαθητές του να κάνουν το ίδιο. Τα χειροκροτήματα των παιδιών που αντηχούσαν στην αίθουσα, έκαναν τον Θανασάκη να κορδωθεί γεμάτος περηφάνια. Καμάρωνε περισσότερο για το μικροσκοπικό πλάσμα με τα χρυσοκίτρινα λέπια, παρά για τον εαυτό του. Αυτή ήταν άλλη μια ένδειξη αγάπης προς τον σύντροφό του που βόλταρε αμέριμνος μέσα στη γυάλα με το νερό.

        Η Ροδάνθη που τους είχε μιλήσει πριν από αυτόν ήταν η μόνη που δεν είχε τη δυνατότητα να εκδηλώσει τον ενθουσιασμό της, καθώς τα χέρια της ήταν ακόμη γεμάτα με το σιδερένιο κλουβί. Μέσα του, τιτίβιζε το καναρίνι που είχε τους είχε συστήσει και που το αποκαλούσε Ριρή. Λίγο παραδίπλα, η Ελενίτσα είχε ακουμπισμένο το δικό της κλουβί πάνω στο θρανίο και χάζευε στο εσωτερικό του τον Γουίλι, το ζωηρό χαμστεράκι, που έτρεχε αμέριμνο μέσα στον τροχό του. Πίσω της ο Πέτρος χάζευε τη φωτογραφία που του είχε δώσει ο Μίμης, η οποία απεικόνιζε το δικό του κατοικίδιο: Τον Ρούντι το λυκόσκυλο που φρουρούσε τη μονοκατοικία της οικογένειάς του, προστατεύοντάς αυτόν και την περιουσία των γονέων του από κάθε εξωτερική απειλή. Ο Μίμης δεν είχε τη δυνατότητα να φέρει το Ρούντι στην τάξη όπως είχαν κάνει οι μαθητές που είχαν μικρότερα ζωάκια. Οι γονείς του δεν του το επέτρεψαν. Του είπαν ότι ο Ρούντι ήταν υπερβολικά μεγάλος και αντικοινωνικός προκειμένου να παραβρεθεί αυτοπροσώπως στην επίδειξη των κατοικίδιων. Το ίδιο όμως είχε συμβεί με τη Γάτα της Μυρσίνης αλλά και με το τσιουάουα του Χρηστάκη, οι οποίοι είχαν συστήσει επίσης τα ζωάκια τους στην τάξη, δείχνοντας φωτογραφίες τους.

         «Υπάρχει κάποιο άλλο παιδάκι που έχει ζωάκι και θέλει να μας μιλήσει γι’ αυτό;», ρώτησε η κυρία Σταματίνα στο τέλος.

        Για λίγες στιγμές, κανένας μαθητής δεν ανταποκρίθηκε και λίγο έλειψε η νεαρή δασκάλα να θεωρήσει ότι η επίδειξη των κατοικίδιων που είχε διοργανώσει, είχε φτάσει στο τέλος της. Σκόπευε να καλύψει το υπόλοιπο της ώρας που είχε απομείνει μέχρι το διάλειμμα, παραδίδοντας την ύλη που είχε περισσέψει από το μάθημα της γλώσσας. Όμως να! Μέσα στο πλήθος των παιδιών, ένα μικρό χεράκι είχε υψωθεί δειλά και αμήχανα, υποδηλώνοντας ότι η ιδιότυπη εκδήλωση, δεν είχε λάβει τέλος.

    «Έχεις κι εσύ ζωάκι, Κωστή;», ρώτησε η δασκάλα, μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της. Ποτέ μέχρι τότε ο Κωστής δεν είχε αναφέρει ότι είχε κάποιο κατοικίδιο. Όλοι είχαν την εντύπωση ότι μετά τον βίαιο θάνατο των γονέων του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο μόνος συγκάτοικός του ήταν ο εικοσάχρονος αδελφός του –ο Ηλίας- ο οποίος τον μεγάλωνε πασχίζοντας να υποκαταστήσει όσο μπορούσε τον ρόλο τους. Ο μικρός Κωστής –αλλά πολύ περισσότερο ο Ηλίας- ήταν δύο παιδιά που η μοίρα τα οδήγησε να μεγαλώσουν πρόωρα και να γνωρίζουν από πολύ νωρίς, τη σκληρή όψη της ζωής.

         «Ναι κυρία, έχω», αποκρίθηκε ντροπαλά. «Και μάλιστα τρία».

       «Μπούρδες», ακούστηκε να λέει ο Θοδωρής, ωθώντας κάποια από τα κορίτσια να ξεσπάσουν σε χάχανα.

   «Σας παρακαλώ», φώναξε η κυρία Σταματίνα αυστηρά, επαναφέροντάς τους στην τάξη. Έπειτα στράφηκε εκ νέου προς τον μικρόσωμο μαθητή της, κοιτάζοντάς τον τρυφερά και η φωνή της έσταξε μέλι. «Έλα Κωστή. Έλα να μας μιλήσεις κι εσύ για τα ζωάκια σου».

         Το μικρό αγόρι διέσχισε τη μισή αίθουσα κάπως απρόθυμα και στάθηκε μπροστά στο μαυροπίνακα. Για λίγο έδειξε να δυσκολεύεται να αρθρώσει λόγο. Ίσως μάλιστα είχε μετανιώσει που πήρε την απόφαση να τους αποκαλύψει το μυστικό του.

          «Έχω τον Μαξ…», ψέλλισε τελικά.

          «Τι ζωάκι είναι ο Μαξ;», ρώτησε η κυρία Σταματίνα.

          «Σκύλος…», απάντησε ο Κωστής. «Νομίζω, δηλαδή».

          Όλη η τάξη ξέσπασε σε χάχανα.

          «Σιωπή», φώναξε η δασκάλα διατηρώντας τη σοβαρότητά της. «Θα σέβεστε τον συμμαθητή σας, όπως σας σεβάστηκε κι αυτός». Το βλέμμα της έπεσε πάνω στον Κωστή και η φωνή της μαλάκωσε, σαν να μεταμορφώθηκε σε άλλο άνθρωπο. «Τα άλλα δύο;», τον ρώτησε.

       

"Σίγουρα είναι γάτα" (φώτο: Β. Γιαννάκης)
     «Είναι η Μίνα και ο Πόλντο», απάντησε εκείνος. «Η Μίνα είναι    γάτα. Σίγουρα είναι Γάτα. Ο Πόλντο… δεν ξέρω τι ακριβώς είναι».

Για μια ακόμη φορά, οι συμμαθητές του τον περιγέλασαν, ξεσπώντας σε γέλια.

«Σκασμός!», αναφώνησε η νεαρή δασκάλα, έχοντας χάσει εντελώς την υπομονή της. «Μην κάνετε σαν κακομαθημένοι».

Στράφηκε προς τον Κωστή και η φωνή της γλύκανε γι’ ακόμη μια φορά. «Τους αγαπάς, τον Μαξ, τη Μίνα και τον Πόλντο;».

       Ο Κωστής έγνευσε καταφατικά. Η κυρία Σταματίνα ένιωσε να συγκινείται και μόλις που κατάφερε να συγκρατήσει ένα δάκρυ που γυάλισε στην άκρη του ματιού της. Το μικρό αγόρι, έχοντας στερηθεί προ πολλού τη γονική αγάπη, αναζητούσε τρυφερότητα σε ζώα που δεν μπορούσε καν να προσδιορίσει, κάνοντας τα μέσα της να σπαράζουν. Τότε ήχησε το κουδούνι. Στο άκουσμά τους, όλοι μαθητές της πέμπτης τάξης τινάχτηκαν από τα θρανία τους, λες και είχαν ελατήρια στο κάθισμά τους και οι πιο ζωηροί από αυτούς, άρχισαν να τρέχουν ήδη προς το προαύλιο.

       «Προσέξτε τα κλουβιά καθώς βγαίνετε», επεσήμανε η δασκάλα, αλλά μετά βίας ακούστηκε μέσα στην οχλοβοή.


***


       

"...δεν είχαν διστάσει να ασκήσουν ακόμη και βία..."
    Ο Κωστής δεν μπόρεσε να αποφύγει το να έρθει αντιμέτωπος με τον Μενέλαο και τον Αθηνόδωρο όταν σχόλασε από τα μαθήματα. Το τελευταίο διάστημα αναγκαζόταν να τους συναντά κάθε μέρα και να ανέχεται τις κοροϊδίες και τα πειράγματά τους. Τα ίδια είχαν συμβεί και πριν ένα χρόνο, όταν τα δύο αγόρια του Γυμνασίου δεν είχαν διστάσει να ασκήσουν ακόμη και βία πάνω του, μελανιάζοντας τους αγκώνες και το πρόσωπό του. Στον αδελφό του είχε αναγκαστεί να πει ότι είχε χτυπήσει κατά τη διάρκεια της γυμναστικής. Ήξερε πολύ καλά ότι αν ο Ηλίας μάθαινε την αλήθεια, δεν θα ενεργούσε ψύχραιμα.

      Το γεγονός αυτό οδήγησε τον Κωστή στο να αποφεύγει κάθε επαφή με τα δυο αγόρια κάθε φορά που επέστρεφε στο σπίτι του από το σχολείο. Το επόμενο διάστημα, αντί να διαβαίνει το μικρό πάρκο με το σιντριβάνι όπου σύχναζαν, προτιμούσε να κάνει παράκαμψη μέσω της Εθνικής Οδού, διασχίζοντάς την κατά μήκος κρατημένος από το προστατευτικό κιγκλίδωμα. Έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος, γιατί το να περπατάει δίπλα στην άσφαλτο δίπλα σε αυτοκίνητα που έτρεχαν σαν αφηνιασμένα άλογα, δεν ήταν το πιο ασφαλές δρομολόγιο.

     

"...είχε γεμίσει με λευκοκόκκινες κορδέλες.."
   Το τελευταίο διάστημα ωστόσο, το συγκεκριμένο τμήμα της Εθνικής είχε γεμίσει με λευκοκόκκινες κορδέλες και πινακίδες που απαγόρευαν οποιονδήποτε πεζό να το πλησιάσει. Ο λόγος ήταν ότι πριν λίγους μήνες είχε εκτραπεί στο σημείο εκείνο ένα φορτηγό γεμάτο τοξικά απόβλητα. Κάποιοι μάλιστα είχαν πει ότι το ιριδίζον πράσινο υγρό που είχε ξεχυθεί στα πρανή του δρόμου εξαιτίας του ατυχήματος ήταν γεμάτο με ραδιενέργεια, γεγονός που ανάγκασε τον πρόεδρο του χωριού να το φράξει και να επιτρέπει τη διέλευση μόνο στα οχήματα. Τα δέντρα και η γύρω βλάστηση είχαν εκφυλιστεί έχοντας πάρει ένα καφετί χρώμα. Οι γονείς φοβέριζαν τα παιδιά τους ότι αν πλησίαζαν υπερβολικά πολύ το σημείο, θα αρρώσταιναν θανάσιμα. Ενδεχομένως υπερέβαλαν στην προσπάθειά τους να τα προστατεύσουν, ωστόσο ο μικρός Κωστής δεν τόλμησε ποτέ να το ρισκάρει. Προτιμούσε να επιστρέφει στο σπίτι του μέσω του πάρκου παρά το γεγονός ότι εισέπραττε σε καθημερινή βάση τη χλεύη και τα πειράγματα των δύο αχώνευτων παιδιών του Γυμνασίου.

      Εκείνο το μεσημέρι, ο Μενέλαος και ο Αθηνόδωρος δεν ήταν μόνοι τους, αλλά μαζί τους βρισκόταν ο συμμαθητής του, ο Θοδωρής. Ο Θοδωρής ήταν ο μικρός ξάδελφος του Μενέλαου και η παρουσία του δίπλα στα δυο ψηλά αγόρια υπογράμμιζε το γεγονός ότι δεν συμπάθησε ποτέ τον μικρό Κωστή. Αντίθετα, για κάποιο λόγο που ουδέποτε ο Κωστής δεν μπόρεσε να προσδιορίσει, ο Θοδωρής τον ζήλευε. Ίσως είχε να κάνει με τις άριστες επιδόσεις του στα μαθήματα, ή με το γεγονός ότι τα κορίτσια τον εμπιστεύονταν περισσότερο. Εκείνη τη μέρα όμως που ο Κωστής μίλησε στην τάξη για τα κατοικίδιά του, ο Θοδωρής είχε έναν επιπλέον λόγο να φθονεί τον συμμαθητή του. Διότι παρά τις εκκλήσεις που επισταμένα είχε απευθύνει στους γονείς του, δεν είχε καταφέρει να τους πείσει να του πάρουν κάποιο κατοικίδιο.

       «Τι χαμπάρια, σπόρε;», ρώτησε ο Μενέλαος τη στιγμή που ο Αθηνόδωρος τον προσέγγιζε από το πλάι. Ο τρόπος με τον οποίο απεύθυνε τον χαιρετισμό του, υπαινισσόταν ότι αυτή τη φορά τα δύο αγόρια δεν σκόπευαν να περιοριστούν μόνο σε προσβολές και πειράγματα.

        «Ο Θοδωρής μας είπε ότι ισχυρίστηκες πως έχεις ζώα», είπε ο Αθηνόδωρος περνώντας κατευθείαν στο ψητό. «Γιατί λες ψέματα; Αφού όλοι ξέρουμε ότι δεν έχεις ζώα στο σπίτι σου».

        «Έχω», παραδέχτηκε ο Κωστής πασχίζοντας να αρθρώσει κάτι περισσότερο, αλλά καμία επιπλέον λέξη δεν μπόρεσε να βγει από το στόμα του.

          «Τι είπες;», ρώτησε ο Μενέλαος.

          «Λέει ψέματα», φώναξε ο Θοδωρής.

     «Σκάσε εσύ, μούλικο», τον έκοψε ο ξάδερφός του. Έπειτα στράφηκε ξανά προς τον μικρό Κωστή που εκείνη τη στιγμή έτρεμε σύγκορμος. «Μίλα δυνατά, ρε. Δεν δαγκώνω».

        «Είπα ότι έχω ζώα», αποκρίθηκε απελπισμένα το μικρό αγόρι. «Δεν τα έχετε δει γιατί ο αδελφός μου τα έχει κλεισμένα στο υπόγειο».

        «Μπούρδες!», φώναξε ο Θοδωρής στο άκουσμα των λεγομένων του συμμαθητή του, με αποτέλεσμα να εισπράξει από τον ξάδερφό του για δεύτερη φορά, τα ίδια λόγια.

        «Σκάσε, μούλικο».

      Ο Αθηνόδωρος έχασε την υπομονή του και τράβηξε βίαια τον Κωστή προς το μέρος του, πιάνοντάς τον από τον γιακά της μπλούζας του.

       «Αυτά να τα πουλήσεις αλλού, σπόρε. Το ξέρει ο αδελφός σου ότι είσαι παραμυθατζής; Ούτε μυρμήγκι δεν έχεις μέσα στο σπίτι σου, που θα μου πεις εμένα ότι έχεις και ζώα».

       Ο Μενέλαος απομάκρυνε το χέρι του φίλου του από τη μπλούζα του μικρού αγοριού σε μια προσπάθεια να εκτονώσει την κατάσταση.

       «Με το μαλακό», του είπε.

    Ο μικρός Κωστής όμως, είχε ήδη μπήξει τα κλάματα. «Καλά. Νικήσατε», παραδέχτηκε με λυγμούς. «Δεν έχω κανένα ζώο στο σπίτι μου. Είπα ψέματα στη δασκάλα. Εντάξει τώρα; Είπα ψέματα».

   «Να που λογικεύτηκες, σπόρε», του είπε ο Αθηνόδωρος φτύνοντας τις λέξεις μία προς μία.

 «Ψεύτη! Ψεύτη!», άρχισε να τραγουδά ρυθμικά ο Θοδωρής, κοροϊδεύοντας τον συμμαθητή του.

   Ο Μενέλαος όμως, δεν έδειξε να πείθεται. «Κάτι δεν πάει καλά. Το παραδέχτηκε πολύ γρήγορα», είπε στον φίλο του. «Κάποιο λάκκο έχει η φάβα». Έβαλε το χέρι του κάτω από το πηγούνι του Κωστή και ύψωσε βίαια το κεφάλι του μικρού αγοριού, ώστε τα βλέμματά τους να ανταμώσουν. «Τι μας κρύβεις, σπόρε; Ποιον πας να προστατεύσεις; Εγώ νομίζω τελικά ότι έχεις ζώα στο υπόγειο και ότι δεν θες να μας τα δείξεις…». Το πρόσωπό του έλαμψε από ένα χαιρέκακο χαμόγελο. «…γιατί ίσως φοβάσαι το τι θα τα κάνουμε αν πέσουν στα χέρια μας».

  «Α, όχι!», παρενέβη ο Αθηνόδωρος χαμογελώντας το ίδιο ειρωνικά. «Εμείς είμαστε καλοί με τα ζωάκια. Μας αρέσει να παίζουμε μαζί τους».

     «Αφήστε με ήσυχο, ρε», κλαψούρισε ο Κωστής.

    «Λοιπόν, άκου τι θα γίνει», πρότεινε ο Μενέλαος. «Ξέρω ότι το τελευταίο διάστημα ο αδελφούλης σου ο Ηλίας απουσιάζει από το χωριό. Και μην το αρνηθείς, γιατί έχουμε καιρό να τον δούμε στις καφετέριες. Δεν γνωρίζω πώς τα βγάζεις πέρα μονάχος, αλλά δεν με ενδιαφέρει να το μάθω κιόλας. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι το σπίτι σου είναι άδειο. Τι θα έλεγες λοιπόν αν σου κάνουμε μια επίσκεψη για να τα γνωρίσουμε από κοντά;».

    «Πολύ καλή ιδέα», αναφώνησε ο Αθηνόδωρος. «Πολύ θα ήθελα να παίξω με τετράποδα». Την τελευταία φράση την άρθρωσε αφήνοντας έναν σαφή υπαινιγμό ότι μάλλον σκόπευε να τα κακοποιήσει και όχι να παίξει μαζί τους.

   «Ναι, ναι!», συμφώνησε ο Θοδωρής με ενθουσιασμό. «Πάμε να μας γνωρίσεις τους κόπρους σου».

   «Εντάξει», κατέληξε ο Κωστής. «Θα σας τα δείξω. Μετά όμως θέλω να με αφήσετε ήσυχο».

    «Δεν δίνουμε υποσχέσεις που δεν μπορούμε να τηρήσουμε», είπε ο Αθηνόδωρος καγχάζοντας.


***


"... να αιωρείται στο κενό"
   Η μονοκατοικία όπου έμενε ο Κωστής με τον αδελφό του, βρισκόταν σε μία απόμερη άκρη του χωριού που περιβαλλόταν από λεύκες και ερειπωμένα κτίσματα. Εκείνο το μεσημέρι ήταν ζωσμένη από τα πέπλα της ομίχλης που έπνιγαν το φως και έμοιαζε να αιωρείται στο κενό. Ο μικρός Κωστής ξεκλείδωσε τη ξύλινη εξώπορτα και πέρασε στο εσωτερικό της. Πίσω του ακολούθησαν ο Μενέλαος, ο Αθηνόδωρος και ο Θοδωρής, που σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής είχαν προσκολληθεί πάνω του σαν βδέλλες, εμποδίζοντάς τον να το βάλει στα πόδια. Με το που πέρασε το κατώφλι ο Μενέλαος, τα μάτια του πλανήθηκαν για λίγο στο σαλόνι που τον υποδέχτηκε. Έδειχνε ατημέλητο και παραδομένο στη σκόνη.

      «Τι τρως τώρα που λείπει ο αδερφός σου, σπόρε;», ρώτησε τον Κωστή.

    «Μου έχει αφήσει πολλά φαγητά στο ψυγείο», του απάντησε δειλά το μικρό αγόρι.

      Ο Αθηνόδωρος εξέφρασε μια εύλογη απορία. «Και πού έχει πάει, για να έχουμε καλό ερώτημα;».

    Ο Κωστής έδειξε να διστάζει κάπως να του απαντήσει. «Στην πόλη για δουλειές», κατέληξε.

     «Ας μην χάνουμε χρόνο», πρότεινε ο Μενέλαος. «Πήγαινέ μας στο υπόγειο να μας γνωρίσεις τους φίλους σου».

    «Ελάτε μαζί μου και θα σας τους δείξω», τους προέτρεψε το μικρό αγόρι.

      Καθώς κατέβαιναν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο υπέδαφος, στα αφτιά της ετερόκλητης παρέας έφτασαν κάποιοι ήχοι που φανέρωναν ότι πράγματι, στον μικρό χώρο που κατέληγαν τα σκαλοπάτια, ήταν κλεισμένα κάποια ζώα. Οι ήχοι ήταν λαχανιάσματα, γρυλίσματα και βήματα που ακολουθούνταν από ένα ανεπαίσθητο κροτάλισμα αλυσίδων.

  «Διάολε», αναφώνησε ο Αθηνόδωρος. «Ο σπόρος είπε την αλήθεια. Υπάρχουν ζώα εκεί κάτω».

    «Κι εγώ θέλω», απαίτησε ο μικρός Θοδωρής, μην μπορώντας να κρύψει τη ζήλεια του.

     Με το που πέρασαν στο υπόγειο, διαπίστωσαν ότι ήταν αδειανός από αντικείμενα, με εξαίρεση μια στοίβα από ξύλινα κασόνια, πίσω από την οποία, τρεις τετράποδες σιλουέτες διαγράφονταν σαν ίσκιοι. Υπήρχε ένας γυάλινος γλόμπος που κρεμόταν από το ταβάνι αναμμένος, αλλά υπολειτουργούσε σε βαθμό που να γεμίζει το υγρό δωμάτιο με ημίφως. Μια μεγάλη αλυσίδα ξεκινούσε από τον τοίχο που βρισκόταν δίπλα στο κάσωμα της πόρτας και αφού διέσχιζε τον στενόμακρο χώρο, κατέληγε στην αντικρινή πλευρά, όπου συγκρατιόταν στον τοίχο με μια τροχαλία και χωριζόταν σε τρία επιμέρους μεταλλικά δεσμά. Το καθένα από αυτά συγκρατούσε από ένα τετράποδο. Οι σκιώδεις σιλουέτες διέφεραν αρκετά σε μέγεθος. Η μία από αυτές προσέγγιζε την όψη της γάτας, ενώ οι δύο άλλες ήταν πολύ μεγαλύτερες και πολύ πιο ογκώδεις.

  «Τι είναι αυτά, ρε σεις;», αναρωτήθηκε ο Μενέλαος προσεγγίζοντας τα τρία αλυσοδεμένα πλάσματα. Πάγωσε επιτόπου και χλόμιασε σαν το πανί όταν τα είχε πλησιάσει αρκετά προκειμένου να συνειδητοποιήσει ότι παρά το γεγονός ότι στέκονταν στα τέσσερα, τα χαρακτηριστικά τους όπως διαγράφονταν στο θαμπό φως, δεν αντιστοιχούσαν σε κανένα γνωστό θηλαστικό. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον Αθηνόδωρο και τον μικρό Θοδωρή, που οι ανάσες τους άρχισαν να ηχούν όλο και πιο γρήγορα, προδίδοντας την ταραχή τους.

     «Δεν είναι ζώα», αναφώνησε έκπληκτος ο Αθηνόδωρος. «Είναι τέρατα».

 

"Πράγματι,τέρατα ήταν"
   Πράγματι, τέρατα ήταν. Αντί για τρίχωμα, το σώμα τους καλυπτόταν από πελώριες φουσκάλες και εκζέματα. Είχαν υποστεί τόσο φριχτές παραμορφώσεις, που τίποτα δεν πρόδιδε πλέον την πρότερή τους όψη. Μόνο τα σουβλερά τους δόντια που γύμνωναν γρυλίζοντας προς την παρείσακτη τριάδα μαρτυρούσαν ότι κάποτε αντιστοιχούσαν σε εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου. Ακόμη και τα μάτια τους είχαν μεταλλαχτεί φωσφορίζοντας ένα κτηνώδες μένος που φανέρωνε ότι εκπροσωπούσαν περισσότερο την πανίδα της κόλασης, παρά αυτή του γήινου κόσμου. Να λοιπόν για ποιο λόγο ο Κωστής δυσκολεύτηκε να προσδιορίσει τα είδη στα οποία ανήκαν, όταν τον είχε ρωτήσει η δασκάλα.

     «Τι στο καλό είναι αυτά, ρε σεις;», αναρωτήθηκε ο Αθηνόδωρος με φωνή που έμοιαζε περισσότερο με σκούξιμο.

     Η απάντηση δόθηκε από κάποιον που εκείνη τη στιγμή, στεκόταν στο κατώφλι της εισόδου.

      «Είναι οι συγκάτοικοί μας».

     Η παρέα των τριών στράφηκε προς το μέρος της, μόνο και μόνο για να διακρίνουν άλλο ένα τέρας να τους θωρεί ξεπροβάλλοντας από το σκοτάδι της σκάλας. Ακόμη ένα πλάσμα γεμάτο από φουσκάλες και φριχτές παραμορφώσεις, η διαφορά του ωστόσο με τα τρία του αντικρινού τοίχου, ήταν ότι στεκόταν στα δύο πόδια και ήταν ντυμένο με ρούχα: Ένα τζιν και μπλούζα τύπου φούτερ. Ο μόνος που δεν είχε παραλύσει από φόβο μπροστά στην όψη του, ήταν ο μικρός Κωστής, ο οποίος είχε τρυπώσει πίσω του και το αγκάλιαζε από τη μέση αποζητώντας την προστασία του. Ο Μενέλαος ήταν ο πρώτος που μπόρεσε να διακρίνει πίσω από τις φουσκάλες και το πύον του φριχτού εκείνου πρόσωπου, κάποια γνωρίσματα που του ήταν οικεία.

       «Ηλία… Εσύ είσαι;».

    «Εγώ είμαι, Μενέλαε», απάντησε το παραμορφωμένο δίποδο, κάνοντας την παρέα των τριών να παραλύσει στο άκουσμά του. «Ξέρω ότι το τελευταίο διάστημα με θεωρείτε εξαφανισμένο γιατί δεν το ρίχνω πολύ έξω. Ο λόγος είναι ότι δεν θα μπορούσα να φανερωθώ στην κατάσταση που βρίσκομαι. Με το ζόρι μπορώ να αντικρίσω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Θα ήταν εγωιστικό να έχω την απαίτηση να εισπράξω από τον κόσμο κατανόηση παρόμοια με αυτή του αδελφού μου».

        «Τι σου συνέβη;», ρώτησε ο Μενέλαος.

       Ο Ηλίας ύψωσε το χέρι του δείχνοντάς τους τον αντικρινό τοίχο. «Αυτά τα ζώα μου συνέβησαν», αποκάλυψε. «Είχα τη φαεινή ιδέα να τα μεταφέρω εδώ μετά το ατύχημα που συνέβη στην Εθνική Οδό. Εκείνο το βράδυ ήμουν ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες που έσπευσαν στο σημείο να βοηθήσουν. Αλήθεια, το ξέρετε ότι το φορτηγό με το οποίο είχε συγκρουστεί το βυτίο με τα απόβλητα μετέφερε αυτά τα τρία πλάσματα; Μόλις διαπιστώσατε ποια ήταν η επίδρασή του πράσινου υγρού στο σώμα τους. Είχαν λουστεί πατόκορφα με δαύτο. Πάνω που σκόρπισαν άτακτα στο οδόστρωμα λίγες στιγμές μετά τη σύγκρουση, το καπάκι του βυτίου άνοιξε αδειάζοντας το περιεχόμενό του πάνω τους. Προσωπικά θεωρώ ότι τα ομόρφυνε. Τα ομόρφυνε τόσο, που έκρινα σκόπιμο να τα μαζέψω, να τα φέρω εδώ και να τα υιοθετήσω».

         Ο μικρός Θοδωρής έμπηξε τα κλάματα.

        «Μην κλαις, ρε μούλικο», φώναξε ο Μενέλαος πασχίζοντας να ακουστεί αυστηρός, ενώ στην πραγματικότητα ήταν το ίδιο ταραγμένος με τον μικρό του ξάδερφο. Όταν στράφηκε ξανά προς το δίποδο τέρας που του μιλούσε από το κατώφλι, έκανε ότι μπορούσε να μην το κοιτάξει κατάματα. Η όψη του και μόνο, του προκαλούσε αναγούλα.

          «Λούστηκες και συ με τα απόβλητα», επισήμανε.

         Ο Ηλίας τον εξέπληξε δυσάρεστα. «Όχι. Εγώ όπως είπα, απλώς έσπευσα στο σημείο για να βοηθήσω τους οδηγούς. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο, ήταν να περισώσω τα ζωάκια. Όταν τα είδα να μεταμορφώνονται μπροστά στα μάτια μου, τότε συνειδητοποίησα ότι η ζωή τους άξιζε περισσότερο από τη σωματική ακεραιότητα των φορτηγατζήδων. Βέβαια ήμουν λίγο απρόσεχτος όταν πήγα να τα απεγκλωβίσω από το φορτηγό. Ένα από αυτά, πρόλαβε να με δαγκώσει στο χέρι». Ο Αθηνόδωρος έπεσε στα γόνατα και ξέσπασε σε λυγμούς πολύ πιο έντονους από αυτούς του μικρού Θοδωρή. «Δηλαδή μονάχα από ένα δάγκωμα έγινες έτσι; Σε παρακαλώ, φιλαράκι! Μην τα αφήσεις να δαγκώσουν κι εμάς. Μην τα αφήσεις να μας πλησιάσουν! Σε παρακαλώ, σε ικετεύω!».

     Ο Ηλίας όμως δεν έδειχνε να συγκινείται από αυτές τις εκκλήσεις. «Ακόμα δεν έχεις δει τίποτα. Η μετάλλαξή μου δεν έχει ολοκληρωθεί. Μέρα με τη μέρα προχωράει, όλο και περισσότερο. Υπάρχουν βέβαια κάποιες παρενέργειες όπως το γεγονός ότι κάθε τόσο ξερνάω αίμα και κομμάτια από τα σωθικά μου. Μπορεί να μην τη βγάλω καθαρή, αλλά δεν βαριέσαι; Έχω μάθει να ζω την κάθε στιγμή σαν να είναι η τελευταία μου. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν ένα μόνο δάγκωμα αρκεί για να γίνει κάποιος σαν κι εμένα. Σκέψου τι θα συμβεί όταν τα αμολήσω. Γιατί έχω να τα ταΐσω πάνω από τρεις μέρες, ξέρετε και αμφιβάλλω αν αρκεστούν σε ένα μόνο δάγκωμα».

     «Μα γιατί να το κάνεις αυτό;», έσκουξε ο Μενέλαος. Ο Αθηνόδωρος όμως εξακολουθούσε να σπαράζει έχοντας μαντέψει ήδη την απάντηση και ο μικρός Θοδωρής ήταν ήδη ξαπλωμένος στο πάτωμα, δείχνοντας ότι έχει χάσει προ πολλού τις αισθήσεις του.

       «Γιατί όλο αυτό το διάστημα το παίζατε πολύ μάγκες στον αδελφό μου», απάντησε ο Ηλίας χαϊδεύοντας με το φουσκαλιασμένο χέρι του το κεφάλι του μικρού Κωστή. «Νομίζεις ότι δεν με έχει ενημερώσει σχετικά με τα καμώματά σας; Να σας δω λοιπόν τώρα, πόσο μάγκικα θα ξηγηθείτε στα ζώα μου».

        Λέγοντάς τα αυτά, ο Ηλίας απομάκρυνε το χέρι του από το κεφάλι του Κωστή και έλυσε με μιας την κεντρική αλυσίδα που συγκρατούσε τα τετράποδα πλάσματα στον αντικρινό τοίχο. Έπειτα με μια απότομη κίνηση τραβήχτηκε μαζί με τον αδελφό του πίσω, στο σκοτάδι της σκάλας και έκλεισε τη μεταλλική πόρτα του υπογείου, κλειδώνοντάς τη στο κατώφλι του. Όλα αυτά έγιναν τόσο γρήγορα που η παρέα των τριών αγοριών δεν πρόλαβε να κάνει περισσότερα από δύο βήματα προς το μέρος της. Τα μεταλλαγμένα αγρίμια πρόλαβαν να τους χιμήξουν και να τους καθηλώσουν στο πάτωμα. Τα σπαραχτικά ουρλιαχτά γέμισαν ασφυκτικά τον μακρόστενο χώρο, αναμεμιγμένα με την υγρασία και τις πιτσιλιές του αίματος που έβαφαν τους τοίχους. Δεν κατάφεραν ωστόσο να φτάσουν μέχρι τα πρώτα κατοικημένα σπίτια του χωριού. Η κατοικία του Ηλία και του Κωστή ήταν τόσο απόμερη, που η βαναυσότητα των τεκταινομένων που περίκλειε, έμεινε φιμωμένη στους σοβάδες, καθώς το σούρουπο σκοτείνιαζε τον ουρανό και τα πέπλα της ομίχλης αγκάλιαζαν τους τοίχους, νοτίζοντας τους.


Βασίλης Γιαννάκης


Βασίλης Γιαννάκης
       Ο Βασίλης Γιαννάκης είναι δασολόγος και εργάζεται σε τομείς που άλλοτε έχουν αρκετή ή καμία σχέση με τις σπουδές του. Βρίσκει πάντως χρόνο και διηγείται στους φίλους του αλλά και συγγράφει και δημοσιεύει τις τρομακτικές ιστορίες που εμπνέεται. Για την έμπνευση, τις επιρροές του, τα συγγραφικά του εργαλεία και την αγάπη του για τις τρομακτικές ιστορίες μου μίλησε και στη διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή που διατηρώ στο ραδιόφωνο του Ερευνητικού Οργανισμού Ελλήνων με το όνομα "Το Κάλεσμα του Κθούλου". Μου έκανε δε και την τιμή να μοιραστεί με τους μαθητές μου στο Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής στο Δωμάτιο της Γειτονιάς στην Τούμπα, τις απόψεις του και τους προβληματισμούς του για τον κόσμο της ελληνικής Λογοτεχνίας του Φανταστικού. 

  Έχει γράψει τρία βιβλία. Τη "Νύχτα που έβρεξε μαχαίρια" (εκδόσεις Όστρια), τη "Ματωμένη Μαρία" (Όστρια) ενώ στον χώρο μπήκε με τη συλλογή διηγημάτων "Μυστικοί Εφιάλτες και Μικροί Φόβοι" (εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές). Για τη "Νύχτα" έγραψε κριτική στο ιστολόγιο μας ο συνεργάτης μας συγγραφέας Χρήστος Κεσκίνης.  
      Τελευταίο του βιβλίο, το εξαιρετικό (σύντομα θα γράψω για αυτό) "Αφώτιστες περιοχές", όπου πέντε τρομακτικές ιστορίες αλλάζουν την οπτική γωνία με την οποία βλέπει την πόλη του ο αναγνώστης. Τον ευχαριστούμε για το διήγημα "Αλλόκοτοι συγκάτοικοι" που μας παραχώρησε για δημοσίευση και του 
ευχόμαστε να έχει πάντα νέες ιστορίες να διηγηθεί.