Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Διήγημα: Οι Μύγες

Οι Μύγες
Διήγημα του Torrentas


"Κι απ' την άλλη οι αναθεματισμένες μύγες"
 Τι όμορφος που είναι έτσι που κοιμάται. Σαν άγγελος. Θυμάμαι τότε που ξαγρυπνούσα πλάι του μόνο και μόνο για να τον βλέπω να κοιμάται. Και κάποτε αυτός ξυπνούσε, με έβλεπε και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια.

Ο Γιώργος, ξαπλωμένος όπως ήταν στην ξαπλώστρα, άνοιξε τα μάτια του και έμεινε να παρατηρεί τα δέντρα του κήπου τους και τη θάλασσα που απλωνόταν στο βάθος προσπαθώντας να ηρεμήσει. Η θύμηση της του τριβέλιζε το μυαλό αυτό το ήρεμο απόγευμα. Κι απ’ την άλλη κι αυτές οι αναθεματισμένες μύγες. Το βράδυ σταματούν μόνο για να αναλάβουν τα κουνούπια και…μα με τι παιδεύεται το μυαλό ώρες ώρες.

 Θυμάμαι συχνά πως τον πρωτογνώρισα εκείνο το καλοκαίρι. Τον είδα στην παραλία να περπατάει προς τη θάλασσα προσπαθώντας να φαίνεται λεπτός και μυώδης, ρουφώντας την κοιλιά του. Πάντα με έκανε να γελώ.

Ο Γιώργος άνοιξε τα μάτια του. Δεν μπορούσε ακόμα να την βγάλει από το μυαλό του κι ας είχαν περάσει ήδη 8 χρόνια. Ελένη. Πέρασε καιρός από τότε. Ήταν μαζί για δύο όμορφα χρόνια. Μετά χωρίσαμε. Ύστερα από καιρό έμαθα ότι πέθανε. Ποτέ δεν έμαθα από τι. Ούτε τότε δε με είχε πειράξει τόσο, γιατί αγχώνομαι τώρα;

Τον αγαπούσα πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου. Γι’ αυτό και έπρεπε να χωρίσουμε. Να μη με δει να σβήνω μπροστά στα μάτια του. Πόσο θα θελα να τον αγγίξω στο πρόσωπο, να τον φιλήσω.

Ο Γιώργος δε μπορούσε να ησυχάσει. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που την είχε δει. Ήταν πανέμορφη. Ντυμένη στα άσπρα, με μια κοντή φουστίτσα και ένα πουκάμισο…Ήταν τέλεια. Και τότε ήρθε η πανωλεθρία. ‘‘Πρέπει να τελειώσουμε’’ και ‘‘Δεν πάει άλλο αυτή η σχέση’’ και όλα τελείωσαν. Και δεν την είδε ποτέ ξανά.

Δεν ήθελα να ξέρει τίποτα. Πόσο πολύ πονούσα τη στιγμή που του έλεγα να χωρίσουμε. Πιο πολύ ακόμα, όμως, πονούσα που δε θα καταλάβαινε ποτέ την αλήθεια. Που πίστευε ότι τον είχα προδώσει. Και τώρα είναι μπροστά στα μάτια μου. Μπορώ να τον αγγίξω ξανά.

"Στη βάση της λευκής τριανταφυλλιάς..."
Αμάν πια με αυτές τις μύγες, φώναξε ο Γιώργος. Σήμερα το έχουν παρακάνει. Δε σταματούν να τριγυρνάνε γύρω από το κεφάλι μου. Πότε θα σταματήσουν.

Λίγο ακόμα να πλησιάσω, σχεδόν έφτασα, μπορώ να τον αγγίξω, να νιώσω το τραχύ, ηλιοκαμένο του μάγουλο.

Σλαπ!

Επιτέλους σε πέτυχα, πανηγύρισε ο Γιώργος. Δε θα κάτσεις και πάνω στο κεφάλι μας, είπε θριαμβευτικά και άφησε το άψυχο σώμα της μύγας να πέσει στη βάση της λευκής τριανταφυλλιάς  που βρισκόταν δίπλα του και που, τώρα που το θυμάται, τόσο άρεσαν στην Ελένη.

Torrentas



1 σχόλιο: