Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Διήγημα: Το Σπίτι

Το σπίτι

Διήγημα του Χρήστου Κεσκίνη


Ο Χρήστος Κεσκίνης είναι ο νέος συνεργάτης της ιστοσελίδας μας. Προσφάτως κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές η νουβέλα του Bifrost, the path of warriors. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδη, όπως ο πλους με τα πλοία των Βίκινγκς, τα Ντρακάρ που τόσο γλαφυρά περιγράφει ο συγγραφέας. Αναζητήστε το. Μέχρι τότε, απολαύστε το διήγημα που μας έστειλε.  


"Στεκόταν εγκαταλελειμμένο και επιβλητικό..."
      Το σπίτι στεκόταν εγκαταλελειμμένο και επιβλητικό στην κορυφή του λόφου. Τριγύρω, κανένας δεν τολμούσε να χτίσει για τόσα πολλά χρόνια, που ένα πυκνό δάσος είχε αναπτυχθεί, αλλά ακόμη και αυτό έδειχνε να τρομάζει στην θέα του σπιτιού και να μην πλησιάζει. Κανένας πλέον δεν θυμόταν το γιατί, όμως όλοι ήξεραν ότι δεν έπρεπε να πλησιάσουν. Τόσοι πολλοί ήταν οι θρύλοι για εκείνο το μέρος που όσοι δεν το είχαν δει, δεν πίστευαν καν την ύπαρξή του. Ο κήπος του, χωρίς κάποιο χέρι να τον περιποιείται για τόσους αιώνες, ήταν γεμάτος αγριόχορτα και αγκάθια. Αυτό που κάποτε ήταν ένας όμορφος λαβύρινθος από θάμνους,  τώρα ήταν ένα χαοτικό σύμπλεγμα τεράστιων φυτών, μπλεγμένων μεταξύ τους. Στους τοίχους τα φυτά είχαν αρχίσει να αναρριχώνται με υπομονή και κάποια στιγμή το σπίτι θα γκρεμίζονταν. Όμως, σε πείσμα των ανθρώπων, οι πέτρες θα άντεχαν ακόμη αιώνες.
     Στο εσωτερικό του σπιτιού, το σκοτάδι ήταν αδιαπέραστο. Ακόμη και το καταμεσήμερο, το φως του Ήλιου, όταν κατάφερνε να προβάλει πίσω από τα μονίμως γκρίζα σύννεφα, δεν μπορούσε να διαπεράσει τις βαριές μαύρες κουρτίνες.  Τα έπιπλα, σαπισμένα από αιώνες, έλιωναν λερώνοντας τα χοντρά χαλιά στα μεγάλα δωμάτια του. Πριν από αμέτρητα χρόνια, αυτά τα δωμάτια φιλοξενούσαν χορούς και δεξιώσεις τόσο πλούσιες που θα έκαναν τους βασιλιάδες να ντρέπονται, αν το ήξεραν. Όμως τώρα, μόνο σιωπή απλώνονταν στο σπίτι. Απόλυτη σιωπή και η μυρωδιά της μούχλας. Η μυρωδιά του θανάτου. Στο διάδρομο διάφορα αγάλματα πολεμιστών ήταν έτοιμα να πολεμήσουν με αόρατους άγριους δαίμονες, ουρλιάζοντας πολεμικούς παιάνες.  
   
"Απόλυτη σιωπή και η μυρωδιά της μούχλας"
Στο μεγάλο γραφείο στον πάνω όροφο, μία βιβλιοθήκη φιλοξενούσε τόσο παλιούς τόμους που τα φύλλα τους ήταν έτοιμα να διαλυθούν με το που θα έρθουν σε επαφή με τον αέρα. Τόμους που μέσα τους θα μπορούσαμε να διαβάσουμε την Ιστορία από την αρχή του Χρόνου, ενώ από κάποιους δεν θα καταλαβαίναμε τίποτα απολύτως, μιας και είναι γραμμένοι με ιερογλυφικά. Ιερογλυφικά που ο τελευταίος άνθρωπος που τα καταλάβαινε πέθανε πριν από πολλούς αιώνες.                 Κανένας θόρυβος δεν διέκοπτε την απόλυτη σιωπή. Κανένας δεν θα το έκανε μέχρι το τέλος του Χρόνου. Οι ταπετσαρίες είχαν αρχίσει να πέφτουν και να λιώνουν. Πάνω στο μεγάλο γραφείο μια σκακιέρα με μαρμάρινα πιόνια είχε σταματήσει στην μέση μιας αιώνιας μάχης. Η λεύκη Βασίλισσα απειλούσε τον μαύρο Πύργο, όμως ο Ίππος ετοιμάζονταν να τον  υπερασπιστεί . Δίπλα, ένας τεράστιος τόμος ήταν ανοιγμένος στην μέση. Αυτά που ήταν γραμμένα, είχαν αρχίσει να σβήνονται από τον Χρόνο. Ονόματα ξεχασμένων  μάγων και ηρώων που τα κόκαλά τους είχαν σαπίσει . Στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο, ένας σκελετός κρατούσε ακόμη την πένα στα παγωμένα χέρια του. Το μελάνι είχε στεγνώσει και η ιστορία που ήθελε να γράψει είχε μείνει στην μέση. Κανένας δεν θα μάθαινε ποτέ αν ο ήρωας κατάφερνε να σώσει την φυλακισμένη πριγκίπισσα από τον δράκο.  Το τζάκι ήταν σβηστό και παγωμένο. Παντού υπήρχε η σκιά του χρόνου. 
"Είναι άγνωστο αν οι ρούνοι  άντεξαν.."
  Το διπλανό δωμάτιο ήταν τελείως άδειο. Δεν υπήρχαν καν παράθυρα και δεν υπάρχει ούτε ένα κάδρο στους τοίχους. Μια μισοτελειωμένη πεντάλφα μαρτυράει τον λόγο του φριχτού θανάτου του τελευταίου ιδιοκτήτη του σπιτιού. Δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει το μοιραίο ξόρκι. Δαίμονες από καιρό φυλακισμένοι και ξεχασμένοι ξεχύθηκαν με μανία στον κόσμο μας. Είναι άγνωστο αν οι ρούνοι που προφύλασσαν το σπίτι  άντεξαν μετά τον θάνατο του μάγου που τους είχε χαράξει, ή οι δαίμονες όρμησαν στην Γη για να προκαλέσουν φρίκη και τρόμο στην ανθρωπότητα. Ας ελπίσουμε να μας λυπηθούν οι Θεοί που εμείς εγκαταλείψαμε.

Χρήστος Κεσκίνης
Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2016 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου