Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2020

Όνειρο μέσα σε όνειρο

 Όνειρο μέσα σε όνειρο

της Κατερίνας Κρυστάλλη

"Ο καθένας ήταν μόνος του"
       Έκανε πολύ κρύο και έψαχνα ένα μέρος για να ζεσταθώ πριν πάω σπίτι, μιας και ήταν αρκετής ώρας δρόμος. Μοναχά μια παμπ που έβλεπα για πρώτη φορά, ήταν ανοιχτή.

       Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Ο καθένας ήταν μόνος του. Πίσω από το μπαρ, δέσποζε μια κατάλευκη προτομή της θεάς Αθηνάς. Χαμογέλασα. Κάθισα δίπλα στον Γουίλλιαμ ΛεΓκραντ, ο οποίος περιεργαζόταν έναν χρυσό σκαραβαίο. Πριν προλάβω να παραγγείλω, η Άναμπελ Λι, με κέρασε μπύρα. Κοίταξα το είδωλο μου σε έναν καθρέπτη και διαπίστωσα ότι πίσω μου βρισκόταν η κόκκινη μάσκα του θανάτου. Ο Πλούτωνας, ο μαύρος γάτος κύρτωσε την ραχοκοκκαλιά του και εγώ έσπασα το ποτήρι θυμωμένος το ποτήρι που κρατούσα.

      “Σε περιμέναμε Έντγκαρ Άλαν Πόε,” είπε και με αγκάλιασε σφιχτά.

Κατερίνα Κρυστάλλη


Κατερίνα Κρυστάλλη
      Η Κατερίνα Κρυστάλλη είναι η ακατάβλητη και έμπλεη έμπνευσης και αισιοδοξίας εμψυχώτρια πίσω από πολλά συγγραφικά σχέδια που ως δίνη συμπαρασύρουν πολλούς από εμάς τους επίδοξους συγγραφείς που χρειάζονται θέμα, καταληκτικές ημερομηνίες και φυσικά ένα ένθερμο κοινό και μια προσεγμένη έκδοση για τα λογοτεχνικά φληναφήματα τους. Με την παραίνεση της γράψαμε μαζί το υπέροχο "21+1 συγγραφείς σας λένε τον καφέ". Μας τιμάει με ένα μικρό της κείμενο (και δική της φωτογραφία) και περιμένουμε να μας χαρίσει και κάποιες από τις φρικώδεις ιστορίες που πετάνε δυσοίωνα μέσα στις σελίδες των αθηναϊκών περιοδικών όπου γράφει. 

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2020

Αλλόκοτοι συγκάτοικοι

 

Αλλόκοτοι συγκάτοικοι

του Βασίλη Γιαννάκη

ΒΥΤΙΟΦΟΡΟ ΓΕΜΑΤΟ ΑΠΟΒΛΗΤΑ ΣΚΟΡΠΑΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΣΤΗ ΔΟΚΑΝΗ

     

"...και να καταλήξει εκτός δρόμου"
   Ένα απίστευτο δυστύχημα έλαβε χώρα αργά χθες βράδυ στο ύψος της Εθνικής Οδού που διέρχεται έξω από τη Δοκάνη Βοιωτίας. Βυτιοφόρο που ανήκει στο εργοστάσιο πλαστικών συσκευασιών της Novoplex, φορτωμένο με τοξικά απόβλητα, εξετράπη από την πορεία του για άγνωστους λόγους, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει ένα διερχόμενο φορτηγό και να καταλήξει εκτός δρόμου. Οι οδηγοί, τόσο του βυτιοφόρου, όσο και του φορτηγού νοσηλεύονται στο Γενικό Νοσοκομείο της Θήβας χωρίς να διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο. Ωστόσο η κυκλοφορία διακόπηκε για περισσότερο από τρεις ώρες, προκαλώντας μποτιλιάρισμα στα δύο ρέματα της οδού προκειμένου να ανασυρθούν τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα από το δεξιό πρανές του δρόμου.

       Το γεγονός όμως που προκάλεσε ακόμη πιο μεγάλη αναστάτωση στην τοπική κοινότητα της Δοκάνης, είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του φορτίου του βυτιοφόρου υπερχείλισε λόγω της πρόσκρουσης, με αποτέλεσμα τα πράσινα τοξικά απόβλητα με τα οποία ήταν γεμάτο να κατακλύσουν την περιοχή πέριξ του δυστυχήματος. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρές ζημιές στη βλάστηση και στις γειτονικές καλλιέργειες. Η Οικολογική Ένωση Ελλάδος έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα της μια καταγγελία που επισημαίνει τις μελλοντικές επιπτώσεις της καταστροφής στη τοπική χλωρίδα και πανίδα, παρά το γεγονός ότι η Novoplex σε ανακοίνωση που εξέδωσε έχει υποβαθμίσει το μέγεθός της και δεσμεύτηκε ότι θα αποζημιώσει τους περίοικους.

   Ο πρόεδρος της Δοκάνης δήλωσε ότι θα αξιοποιήσει την αποζημίωση προκειμένου να κάνει έργα που θα αποτρέπουν τους πεζούς να διέρχονται από το εν λόγω σημείο το οποίο χαρακτήρισε «επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία». Η απαγόρευση αυτή αφορά πολύ περισσότερο τα μικρά παιδιά, τα οποία είναι πιο πιθανόν να έρθουν σε επαφή με το μολυσμένο έδαφος κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού τους. Για τουλάχιστον δύο χρόνια, η διέλευση από το συγκεκριμένο τμήμα της Εθνικής Οδού, θα επιτρέπεται μόνο στα οχήματα.

Μερικοί μάλιστα από τους κατοίκους εκφράζουν ανησυχίες ότι το διάστημα της απαγόρευσης δεν επαρκεί προκειμένου να επανέλθει η περιοχή στην προηγούμενή της κατάσταση και απαιτούν τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων.


(Δημοσίευμα της εφημερίδας

«Ημερήσιος Καθρέφτης»).


***


     

"Αυτός είναι ο Λόλης"
   «Αυτός είναι ο Λόλης», ξεκίνησε να λέει ο Θανασάκης υψώνοντας τη γυάλα και συστήνοντας τον μικροσκοπικό κάτοικό της στους συμμαθητές και στη δασκάλα του. «Ο Λόλης είναι χρυσόψαρο. Τον ταΐζω κάθε μέρα ένα κόκκινο φαγητό που μοιάζει με κόκκινα κομματάκια και μου το φέρνει ο πατέρας μου από την πόλη. Τα κόκκινα κομματάκια ο πατέρας μου τα λέει ψαροτροφή. Ο Λόλης αγαπάει τη ψαροτροφή και είναι πάντα ήσυχος. Μου αρέσει να τον βλέπω να τριγυρίζει μέσα στη γυάλα, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Οι γονείς μου λένε ότι όλα τα άλλα ζωάκια κάνουν θόρυβο, γι’ αυτό και όταν θέλησα να έχω ένα ζωάκι, μου φέρανε τον Λόλη».

     «Μπράβο, Θανασάκη!», αναφώνησε η κυρία Σταματίνα και χειροκρότησε, παρακινώντας τους συμμαθητές του να κάνουν το ίδιο. Τα χειροκροτήματα των παιδιών που αντηχούσαν στην αίθουσα, έκαναν τον Θανασάκη να κορδωθεί γεμάτος περηφάνια. Καμάρωνε περισσότερο για το μικροσκοπικό πλάσμα με τα χρυσοκίτρινα λέπια, παρά για τον εαυτό του. Αυτή ήταν άλλη μια ένδειξη αγάπης προς τον σύντροφό του που βόλταρε αμέριμνος μέσα στη γυάλα με το νερό.

        Η Ροδάνθη που τους είχε μιλήσει πριν από αυτόν ήταν η μόνη που δεν είχε τη δυνατότητα να εκδηλώσει τον ενθουσιασμό της, καθώς τα χέρια της ήταν ακόμη γεμάτα με το σιδερένιο κλουβί. Μέσα του, τιτίβιζε το καναρίνι που είχε τους είχε συστήσει και που το αποκαλούσε Ριρή. Λίγο παραδίπλα, η Ελενίτσα είχε ακουμπισμένο το δικό της κλουβί πάνω στο θρανίο και χάζευε στο εσωτερικό του τον Γουίλι, το ζωηρό χαμστεράκι, που έτρεχε αμέριμνο μέσα στον τροχό του. Πίσω της ο Πέτρος χάζευε τη φωτογραφία που του είχε δώσει ο Μίμης, η οποία απεικόνιζε το δικό του κατοικίδιο: Τον Ρούντι το λυκόσκυλο που φρουρούσε τη μονοκατοικία της οικογένειάς του, προστατεύοντάς αυτόν και την περιουσία των γονέων του από κάθε εξωτερική απειλή. Ο Μίμης δεν είχε τη δυνατότητα να φέρει το Ρούντι στην τάξη όπως είχαν κάνει οι μαθητές που είχαν μικρότερα ζωάκια. Οι γονείς του δεν του το επέτρεψαν. Του είπαν ότι ο Ρούντι ήταν υπερβολικά μεγάλος και αντικοινωνικός προκειμένου να παραβρεθεί αυτοπροσώπως στην επίδειξη των κατοικίδιων. Το ίδιο όμως είχε συμβεί με τη Γάτα της Μυρσίνης αλλά και με το τσιουάουα του Χρηστάκη, οι οποίοι είχαν συστήσει επίσης τα ζωάκια τους στην τάξη, δείχνοντας φωτογραφίες τους.

         «Υπάρχει κάποιο άλλο παιδάκι που έχει ζωάκι και θέλει να μας μιλήσει γι’ αυτό;», ρώτησε η κυρία Σταματίνα στο τέλος.

        Για λίγες στιγμές, κανένας μαθητής δεν ανταποκρίθηκε και λίγο έλειψε η νεαρή δασκάλα να θεωρήσει ότι η επίδειξη των κατοικίδιων που είχε διοργανώσει, είχε φτάσει στο τέλος της. Σκόπευε να καλύψει το υπόλοιπο της ώρας που είχε απομείνει μέχρι το διάλειμμα, παραδίδοντας την ύλη που είχε περισσέψει από το μάθημα της γλώσσας. Όμως να! Μέσα στο πλήθος των παιδιών, ένα μικρό χεράκι είχε υψωθεί δειλά και αμήχανα, υποδηλώνοντας ότι η ιδιότυπη εκδήλωση, δεν είχε λάβει τέλος.

    «Έχεις κι εσύ ζωάκι, Κωστή;», ρώτησε η δασκάλα, μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της. Ποτέ μέχρι τότε ο Κωστής δεν είχε αναφέρει ότι είχε κάποιο κατοικίδιο. Όλοι είχαν την εντύπωση ότι μετά τον βίαιο θάνατο των γονέων του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο μόνος συγκάτοικός του ήταν ο εικοσάχρονος αδελφός του –ο Ηλίας- ο οποίος τον μεγάλωνε πασχίζοντας να υποκαταστήσει όσο μπορούσε τον ρόλο τους. Ο μικρός Κωστής –αλλά πολύ περισσότερο ο Ηλίας- ήταν δύο παιδιά που η μοίρα τα οδήγησε να μεγαλώσουν πρόωρα και να γνωρίζουν από πολύ νωρίς, τη σκληρή όψη της ζωής.

         «Ναι κυρία, έχω», αποκρίθηκε ντροπαλά. «Και μάλιστα τρία».

       «Μπούρδες», ακούστηκε να λέει ο Θοδωρής, ωθώντας κάποια από τα κορίτσια να ξεσπάσουν σε χάχανα.

   «Σας παρακαλώ», φώναξε η κυρία Σταματίνα αυστηρά, επαναφέροντάς τους στην τάξη. Έπειτα στράφηκε εκ νέου προς τον μικρόσωμο μαθητή της, κοιτάζοντάς τον τρυφερά και η φωνή της έσταξε μέλι. «Έλα Κωστή. Έλα να μας μιλήσεις κι εσύ για τα ζωάκια σου».

         Το μικρό αγόρι διέσχισε τη μισή αίθουσα κάπως απρόθυμα και στάθηκε μπροστά στο μαυροπίνακα. Για λίγο έδειξε να δυσκολεύεται να αρθρώσει λόγο. Ίσως μάλιστα είχε μετανιώσει που πήρε την απόφαση να τους αποκαλύψει το μυστικό του.

          «Έχω τον Μαξ…», ψέλλισε τελικά.

          «Τι ζωάκι είναι ο Μαξ;», ρώτησε η κυρία Σταματίνα.

          «Σκύλος…», απάντησε ο Κωστής. «Νομίζω, δηλαδή».

          Όλη η τάξη ξέσπασε σε χάχανα.

          «Σιωπή», φώναξε η δασκάλα διατηρώντας τη σοβαρότητά της. «Θα σέβεστε τον συμμαθητή σας, όπως σας σεβάστηκε κι αυτός». Το βλέμμα της έπεσε πάνω στον Κωστή και η φωνή της μαλάκωσε, σαν να μεταμορφώθηκε σε άλλο άνθρωπο. «Τα άλλα δύο;», τον ρώτησε.

       

"Σίγουρα είναι γάτα" (φώτο: Β. Γιαννάκης)
     «Είναι η Μίνα και ο Πόλντο», απάντησε εκείνος. «Η Μίνα είναι    γάτα. Σίγουρα είναι Γάτα. Ο Πόλντο… δεν ξέρω τι ακριβώς είναι».

Για μια ακόμη φορά, οι συμμαθητές του τον περιγέλασαν, ξεσπώντας σε γέλια.

«Σκασμός!», αναφώνησε η νεαρή δασκάλα, έχοντας χάσει εντελώς την υπομονή της. «Μην κάνετε σαν κακομαθημένοι».

Στράφηκε προς τον Κωστή και η φωνή της γλύκανε γι’ ακόμη μια φορά. «Τους αγαπάς, τον Μαξ, τη Μίνα και τον Πόλντο;».

       Ο Κωστής έγνευσε καταφατικά. Η κυρία Σταματίνα ένιωσε να συγκινείται και μόλις που κατάφερε να συγκρατήσει ένα δάκρυ που γυάλισε στην άκρη του ματιού της. Το μικρό αγόρι, έχοντας στερηθεί προ πολλού τη γονική αγάπη, αναζητούσε τρυφερότητα σε ζώα που δεν μπορούσε καν να προσδιορίσει, κάνοντας τα μέσα της να σπαράζουν. Τότε ήχησε το κουδούνι. Στο άκουσμά τους, όλοι μαθητές της πέμπτης τάξης τινάχτηκαν από τα θρανία τους, λες και είχαν ελατήρια στο κάθισμά τους και οι πιο ζωηροί από αυτούς, άρχισαν να τρέχουν ήδη προς το προαύλιο.

       «Προσέξτε τα κλουβιά καθώς βγαίνετε», επεσήμανε η δασκάλα, αλλά μετά βίας ακούστηκε μέσα στην οχλοβοή.


***


       

"...δεν είχαν διστάσει να ασκήσουν ακόμη και βία..."
    Ο Κωστής δεν μπόρεσε να αποφύγει το να έρθει αντιμέτωπος με τον Μενέλαο και τον Αθηνόδωρο όταν σχόλασε από τα μαθήματα. Το τελευταίο διάστημα αναγκαζόταν να τους συναντά κάθε μέρα και να ανέχεται τις κοροϊδίες και τα πειράγματά τους. Τα ίδια είχαν συμβεί και πριν ένα χρόνο, όταν τα δύο αγόρια του Γυμνασίου δεν είχαν διστάσει να ασκήσουν ακόμη και βία πάνω του, μελανιάζοντας τους αγκώνες και το πρόσωπό του. Στον αδελφό του είχε αναγκαστεί να πει ότι είχε χτυπήσει κατά τη διάρκεια της γυμναστικής. Ήξερε πολύ καλά ότι αν ο Ηλίας μάθαινε την αλήθεια, δεν θα ενεργούσε ψύχραιμα.

      Το γεγονός αυτό οδήγησε τον Κωστή στο να αποφεύγει κάθε επαφή με τα δυο αγόρια κάθε φορά που επέστρεφε στο σπίτι του από το σχολείο. Το επόμενο διάστημα, αντί να διαβαίνει το μικρό πάρκο με το σιντριβάνι όπου σύχναζαν, προτιμούσε να κάνει παράκαμψη μέσω της Εθνικής Οδού, διασχίζοντάς την κατά μήκος κρατημένος από το προστατευτικό κιγκλίδωμα. Έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος, γιατί το να περπατάει δίπλα στην άσφαλτο δίπλα σε αυτοκίνητα που έτρεχαν σαν αφηνιασμένα άλογα, δεν ήταν το πιο ασφαλές δρομολόγιο.

     

"...είχε γεμίσει με λευκοκόκκινες κορδέλες.."
   Το τελευταίο διάστημα ωστόσο, το συγκεκριμένο τμήμα της Εθνικής είχε γεμίσει με λευκοκόκκινες κορδέλες και πινακίδες που απαγόρευαν οποιονδήποτε πεζό να το πλησιάσει. Ο λόγος ήταν ότι πριν λίγους μήνες είχε εκτραπεί στο σημείο εκείνο ένα φορτηγό γεμάτο τοξικά απόβλητα. Κάποιοι μάλιστα είχαν πει ότι το ιριδίζον πράσινο υγρό που είχε ξεχυθεί στα πρανή του δρόμου εξαιτίας του ατυχήματος ήταν γεμάτο με ραδιενέργεια, γεγονός που ανάγκασε τον πρόεδρο του χωριού να το φράξει και να επιτρέπει τη διέλευση μόνο στα οχήματα. Τα δέντρα και η γύρω βλάστηση είχαν εκφυλιστεί έχοντας πάρει ένα καφετί χρώμα. Οι γονείς φοβέριζαν τα παιδιά τους ότι αν πλησίαζαν υπερβολικά πολύ το σημείο, θα αρρώσταιναν θανάσιμα. Ενδεχομένως υπερέβαλαν στην προσπάθειά τους να τα προστατεύσουν, ωστόσο ο μικρός Κωστής δεν τόλμησε ποτέ να το ρισκάρει. Προτιμούσε να επιστρέφει στο σπίτι του μέσω του πάρκου παρά το γεγονός ότι εισέπραττε σε καθημερινή βάση τη χλεύη και τα πειράγματα των δύο αχώνευτων παιδιών του Γυμνασίου.

      Εκείνο το μεσημέρι, ο Μενέλαος και ο Αθηνόδωρος δεν ήταν μόνοι τους, αλλά μαζί τους βρισκόταν ο συμμαθητής του, ο Θοδωρής. Ο Θοδωρής ήταν ο μικρός ξάδελφος του Μενέλαου και η παρουσία του δίπλα στα δυο ψηλά αγόρια υπογράμμιζε το γεγονός ότι δεν συμπάθησε ποτέ τον μικρό Κωστή. Αντίθετα, για κάποιο λόγο που ουδέποτε ο Κωστής δεν μπόρεσε να προσδιορίσει, ο Θοδωρής τον ζήλευε. Ίσως είχε να κάνει με τις άριστες επιδόσεις του στα μαθήματα, ή με το γεγονός ότι τα κορίτσια τον εμπιστεύονταν περισσότερο. Εκείνη τη μέρα όμως που ο Κωστής μίλησε στην τάξη για τα κατοικίδιά του, ο Θοδωρής είχε έναν επιπλέον λόγο να φθονεί τον συμμαθητή του. Διότι παρά τις εκκλήσεις που επισταμένα είχε απευθύνει στους γονείς του, δεν είχε καταφέρει να τους πείσει να του πάρουν κάποιο κατοικίδιο.

       «Τι χαμπάρια, σπόρε;», ρώτησε ο Μενέλαος τη στιγμή που ο Αθηνόδωρος τον προσέγγιζε από το πλάι. Ο τρόπος με τον οποίο απεύθυνε τον χαιρετισμό του, υπαινισσόταν ότι αυτή τη φορά τα δύο αγόρια δεν σκόπευαν να περιοριστούν μόνο σε προσβολές και πειράγματα.

        «Ο Θοδωρής μας είπε ότι ισχυρίστηκες πως έχεις ζώα», είπε ο Αθηνόδωρος περνώντας κατευθείαν στο ψητό. «Γιατί λες ψέματα; Αφού όλοι ξέρουμε ότι δεν έχεις ζώα στο σπίτι σου».

        «Έχω», παραδέχτηκε ο Κωστής πασχίζοντας να αρθρώσει κάτι περισσότερο, αλλά καμία επιπλέον λέξη δεν μπόρεσε να βγει από το στόμα του.

          «Τι είπες;», ρώτησε ο Μενέλαος.

          «Λέει ψέματα», φώναξε ο Θοδωρής.

     «Σκάσε εσύ, μούλικο», τον έκοψε ο ξάδερφός του. Έπειτα στράφηκε ξανά προς τον μικρό Κωστή που εκείνη τη στιγμή έτρεμε σύγκορμος. «Μίλα δυνατά, ρε. Δεν δαγκώνω».

        «Είπα ότι έχω ζώα», αποκρίθηκε απελπισμένα το μικρό αγόρι. «Δεν τα έχετε δει γιατί ο αδελφός μου τα έχει κλεισμένα στο υπόγειο».

        «Μπούρδες!», φώναξε ο Θοδωρής στο άκουσμα των λεγομένων του συμμαθητή του, με αποτέλεσμα να εισπράξει από τον ξάδερφό του για δεύτερη φορά, τα ίδια λόγια.

        «Σκάσε, μούλικο».

      Ο Αθηνόδωρος έχασε την υπομονή του και τράβηξε βίαια τον Κωστή προς το μέρος του, πιάνοντάς τον από τον γιακά της μπλούζας του.

       «Αυτά να τα πουλήσεις αλλού, σπόρε. Το ξέρει ο αδελφός σου ότι είσαι παραμυθατζής; Ούτε μυρμήγκι δεν έχεις μέσα στο σπίτι σου, που θα μου πεις εμένα ότι έχεις και ζώα».

       Ο Μενέλαος απομάκρυνε το χέρι του φίλου του από τη μπλούζα του μικρού αγοριού σε μια προσπάθεια να εκτονώσει την κατάσταση.

       «Με το μαλακό», του είπε.

    Ο μικρός Κωστής όμως, είχε ήδη μπήξει τα κλάματα. «Καλά. Νικήσατε», παραδέχτηκε με λυγμούς. «Δεν έχω κανένα ζώο στο σπίτι μου. Είπα ψέματα στη δασκάλα. Εντάξει τώρα; Είπα ψέματα».

   «Να που λογικεύτηκες, σπόρε», του είπε ο Αθηνόδωρος φτύνοντας τις λέξεις μία προς μία.

 «Ψεύτη! Ψεύτη!», άρχισε να τραγουδά ρυθμικά ο Θοδωρής, κοροϊδεύοντας τον συμμαθητή του.

   Ο Μενέλαος όμως, δεν έδειξε να πείθεται. «Κάτι δεν πάει καλά. Το παραδέχτηκε πολύ γρήγορα», είπε στον φίλο του. «Κάποιο λάκκο έχει η φάβα». Έβαλε το χέρι του κάτω από το πηγούνι του Κωστή και ύψωσε βίαια το κεφάλι του μικρού αγοριού, ώστε τα βλέμματά τους να ανταμώσουν. «Τι μας κρύβεις, σπόρε; Ποιον πας να προστατεύσεις; Εγώ νομίζω τελικά ότι έχεις ζώα στο υπόγειο και ότι δεν θες να μας τα δείξεις…». Το πρόσωπό του έλαμψε από ένα χαιρέκακο χαμόγελο. «…γιατί ίσως φοβάσαι το τι θα τα κάνουμε αν πέσουν στα χέρια μας».

  «Α, όχι!», παρενέβη ο Αθηνόδωρος χαμογελώντας το ίδιο ειρωνικά. «Εμείς είμαστε καλοί με τα ζωάκια. Μας αρέσει να παίζουμε μαζί τους».

     «Αφήστε με ήσυχο, ρε», κλαψούρισε ο Κωστής.

    «Λοιπόν, άκου τι θα γίνει», πρότεινε ο Μενέλαος. «Ξέρω ότι το τελευταίο διάστημα ο αδελφούλης σου ο Ηλίας απουσιάζει από το χωριό. Και μην το αρνηθείς, γιατί έχουμε καιρό να τον δούμε στις καφετέριες. Δεν γνωρίζω πώς τα βγάζεις πέρα μονάχος, αλλά δεν με ενδιαφέρει να το μάθω κιόλας. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι το σπίτι σου είναι άδειο. Τι θα έλεγες λοιπόν αν σου κάνουμε μια επίσκεψη για να τα γνωρίσουμε από κοντά;».

    «Πολύ καλή ιδέα», αναφώνησε ο Αθηνόδωρος. «Πολύ θα ήθελα να παίξω με τετράποδα». Την τελευταία φράση την άρθρωσε αφήνοντας έναν σαφή υπαινιγμό ότι μάλλον σκόπευε να τα κακοποιήσει και όχι να παίξει μαζί τους.

   «Ναι, ναι!», συμφώνησε ο Θοδωρής με ενθουσιασμό. «Πάμε να μας γνωρίσεις τους κόπρους σου».

   «Εντάξει», κατέληξε ο Κωστής. «Θα σας τα δείξω. Μετά όμως θέλω να με αφήσετε ήσυχο».

    «Δεν δίνουμε υποσχέσεις που δεν μπορούμε να τηρήσουμε», είπε ο Αθηνόδωρος καγχάζοντας.


***


"... να αιωρείται στο κενό"
   Η μονοκατοικία όπου έμενε ο Κωστής με τον αδελφό του, βρισκόταν σε μία απόμερη άκρη του χωριού που περιβαλλόταν από λεύκες και ερειπωμένα κτίσματα. Εκείνο το μεσημέρι ήταν ζωσμένη από τα πέπλα της ομίχλης που έπνιγαν το φως και έμοιαζε να αιωρείται στο κενό. Ο μικρός Κωστής ξεκλείδωσε τη ξύλινη εξώπορτα και πέρασε στο εσωτερικό της. Πίσω του ακολούθησαν ο Μενέλαος, ο Αθηνόδωρος και ο Θοδωρής, που σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής είχαν προσκολληθεί πάνω του σαν βδέλλες, εμποδίζοντάς τον να το βάλει στα πόδια. Με το που πέρασε το κατώφλι ο Μενέλαος, τα μάτια του πλανήθηκαν για λίγο στο σαλόνι που τον υποδέχτηκε. Έδειχνε ατημέλητο και παραδομένο στη σκόνη.

      «Τι τρως τώρα που λείπει ο αδερφός σου, σπόρε;», ρώτησε τον Κωστή.

    «Μου έχει αφήσει πολλά φαγητά στο ψυγείο», του απάντησε δειλά το μικρό αγόρι.

      Ο Αθηνόδωρος εξέφρασε μια εύλογη απορία. «Και πού έχει πάει, για να έχουμε καλό ερώτημα;».

    Ο Κωστής έδειξε να διστάζει κάπως να του απαντήσει. «Στην πόλη για δουλειές», κατέληξε.

     «Ας μην χάνουμε χρόνο», πρότεινε ο Μενέλαος. «Πήγαινέ μας στο υπόγειο να μας γνωρίσεις τους φίλους σου».

    «Ελάτε μαζί μου και θα σας τους δείξω», τους προέτρεψε το μικρό αγόρι.

      Καθώς κατέβαιναν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο υπέδαφος, στα αφτιά της ετερόκλητης παρέας έφτασαν κάποιοι ήχοι που φανέρωναν ότι πράγματι, στον μικρό χώρο που κατέληγαν τα σκαλοπάτια, ήταν κλεισμένα κάποια ζώα. Οι ήχοι ήταν λαχανιάσματα, γρυλίσματα και βήματα που ακολουθούνταν από ένα ανεπαίσθητο κροτάλισμα αλυσίδων.

  «Διάολε», αναφώνησε ο Αθηνόδωρος. «Ο σπόρος είπε την αλήθεια. Υπάρχουν ζώα εκεί κάτω».

    «Κι εγώ θέλω», απαίτησε ο μικρός Θοδωρής, μην μπορώντας να κρύψει τη ζήλεια του.

     Με το που πέρασαν στο υπόγειο, διαπίστωσαν ότι ήταν αδειανός από αντικείμενα, με εξαίρεση μια στοίβα από ξύλινα κασόνια, πίσω από την οποία, τρεις τετράποδες σιλουέτες διαγράφονταν σαν ίσκιοι. Υπήρχε ένας γυάλινος γλόμπος που κρεμόταν από το ταβάνι αναμμένος, αλλά υπολειτουργούσε σε βαθμό που να γεμίζει το υγρό δωμάτιο με ημίφως. Μια μεγάλη αλυσίδα ξεκινούσε από τον τοίχο που βρισκόταν δίπλα στο κάσωμα της πόρτας και αφού διέσχιζε τον στενόμακρο χώρο, κατέληγε στην αντικρινή πλευρά, όπου συγκρατιόταν στον τοίχο με μια τροχαλία και χωριζόταν σε τρία επιμέρους μεταλλικά δεσμά. Το καθένα από αυτά συγκρατούσε από ένα τετράποδο. Οι σκιώδεις σιλουέτες διέφεραν αρκετά σε μέγεθος. Η μία από αυτές προσέγγιζε την όψη της γάτας, ενώ οι δύο άλλες ήταν πολύ μεγαλύτερες και πολύ πιο ογκώδεις.

  «Τι είναι αυτά, ρε σεις;», αναρωτήθηκε ο Μενέλαος προσεγγίζοντας τα τρία αλυσοδεμένα πλάσματα. Πάγωσε επιτόπου και χλόμιασε σαν το πανί όταν τα είχε πλησιάσει αρκετά προκειμένου να συνειδητοποιήσει ότι παρά το γεγονός ότι στέκονταν στα τέσσερα, τα χαρακτηριστικά τους όπως διαγράφονταν στο θαμπό φως, δεν αντιστοιχούσαν σε κανένα γνωστό θηλαστικό. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον Αθηνόδωρο και τον μικρό Θοδωρή, που οι ανάσες τους άρχισαν να ηχούν όλο και πιο γρήγορα, προδίδοντας την ταραχή τους.

     «Δεν είναι ζώα», αναφώνησε έκπληκτος ο Αθηνόδωρος. «Είναι τέρατα».

 

"Πράγματι,τέρατα ήταν"
   Πράγματι, τέρατα ήταν. Αντί για τρίχωμα, το σώμα τους καλυπτόταν από πελώριες φουσκάλες και εκζέματα. Είχαν υποστεί τόσο φριχτές παραμορφώσεις, που τίποτα δεν πρόδιδε πλέον την πρότερή τους όψη. Μόνο τα σουβλερά τους δόντια που γύμνωναν γρυλίζοντας προς την παρείσακτη τριάδα μαρτυρούσαν ότι κάποτε αντιστοιχούσαν σε εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου. Ακόμη και τα μάτια τους είχαν μεταλλαχτεί φωσφορίζοντας ένα κτηνώδες μένος που φανέρωνε ότι εκπροσωπούσαν περισσότερο την πανίδα της κόλασης, παρά αυτή του γήινου κόσμου. Να λοιπόν για ποιο λόγο ο Κωστής δυσκολεύτηκε να προσδιορίσει τα είδη στα οποία ανήκαν, όταν τον είχε ρωτήσει η δασκάλα.

     «Τι στο καλό είναι αυτά, ρε σεις;», αναρωτήθηκε ο Αθηνόδωρος με φωνή που έμοιαζε περισσότερο με σκούξιμο.

     Η απάντηση δόθηκε από κάποιον που εκείνη τη στιγμή, στεκόταν στο κατώφλι της εισόδου.

      «Είναι οι συγκάτοικοί μας».

     Η παρέα των τριών στράφηκε προς το μέρος της, μόνο και μόνο για να διακρίνουν άλλο ένα τέρας να τους θωρεί ξεπροβάλλοντας από το σκοτάδι της σκάλας. Ακόμη ένα πλάσμα γεμάτο από φουσκάλες και φριχτές παραμορφώσεις, η διαφορά του ωστόσο με τα τρία του αντικρινού τοίχου, ήταν ότι στεκόταν στα δύο πόδια και ήταν ντυμένο με ρούχα: Ένα τζιν και μπλούζα τύπου φούτερ. Ο μόνος που δεν είχε παραλύσει από φόβο μπροστά στην όψη του, ήταν ο μικρός Κωστής, ο οποίος είχε τρυπώσει πίσω του και το αγκάλιαζε από τη μέση αποζητώντας την προστασία του. Ο Μενέλαος ήταν ο πρώτος που μπόρεσε να διακρίνει πίσω από τις φουσκάλες και το πύον του φριχτού εκείνου πρόσωπου, κάποια γνωρίσματα που του ήταν οικεία.

       «Ηλία… Εσύ είσαι;».

    «Εγώ είμαι, Μενέλαε», απάντησε το παραμορφωμένο δίποδο, κάνοντας την παρέα των τριών να παραλύσει στο άκουσμά του. «Ξέρω ότι το τελευταίο διάστημα με θεωρείτε εξαφανισμένο γιατί δεν το ρίχνω πολύ έξω. Ο λόγος είναι ότι δεν θα μπορούσα να φανερωθώ στην κατάσταση που βρίσκομαι. Με το ζόρι μπορώ να αντικρίσω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Θα ήταν εγωιστικό να έχω την απαίτηση να εισπράξω από τον κόσμο κατανόηση παρόμοια με αυτή του αδελφού μου».

        «Τι σου συνέβη;», ρώτησε ο Μενέλαος.

       Ο Ηλίας ύψωσε το χέρι του δείχνοντάς τους τον αντικρινό τοίχο. «Αυτά τα ζώα μου συνέβησαν», αποκάλυψε. «Είχα τη φαεινή ιδέα να τα μεταφέρω εδώ μετά το ατύχημα που συνέβη στην Εθνική Οδό. Εκείνο το βράδυ ήμουν ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες που έσπευσαν στο σημείο να βοηθήσουν. Αλήθεια, το ξέρετε ότι το φορτηγό με το οποίο είχε συγκρουστεί το βυτίο με τα απόβλητα μετέφερε αυτά τα τρία πλάσματα; Μόλις διαπιστώσατε ποια ήταν η επίδρασή του πράσινου υγρού στο σώμα τους. Είχαν λουστεί πατόκορφα με δαύτο. Πάνω που σκόρπισαν άτακτα στο οδόστρωμα λίγες στιγμές μετά τη σύγκρουση, το καπάκι του βυτίου άνοιξε αδειάζοντας το περιεχόμενό του πάνω τους. Προσωπικά θεωρώ ότι τα ομόρφυνε. Τα ομόρφυνε τόσο, που έκρινα σκόπιμο να τα μαζέψω, να τα φέρω εδώ και να τα υιοθετήσω».

         Ο μικρός Θοδωρής έμπηξε τα κλάματα.

        «Μην κλαις, ρε μούλικο», φώναξε ο Μενέλαος πασχίζοντας να ακουστεί αυστηρός, ενώ στην πραγματικότητα ήταν το ίδιο ταραγμένος με τον μικρό του ξάδερφο. Όταν στράφηκε ξανά προς το δίποδο τέρας που του μιλούσε από το κατώφλι, έκανε ότι μπορούσε να μην το κοιτάξει κατάματα. Η όψη του και μόνο, του προκαλούσε αναγούλα.

          «Λούστηκες και συ με τα απόβλητα», επισήμανε.

         Ο Ηλίας τον εξέπληξε δυσάρεστα. «Όχι. Εγώ όπως είπα, απλώς έσπευσα στο σημείο για να βοηθήσω τους οδηγούς. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο, ήταν να περισώσω τα ζωάκια. Όταν τα είδα να μεταμορφώνονται μπροστά στα μάτια μου, τότε συνειδητοποίησα ότι η ζωή τους άξιζε περισσότερο από τη σωματική ακεραιότητα των φορτηγατζήδων. Βέβαια ήμουν λίγο απρόσεχτος όταν πήγα να τα απεγκλωβίσω από το φορτηγό. Ένα από αυτά, πρόλαβε να με δαγκώσει στο χέρι». Ο Αθηνόδωρος έπεσε στα γόνατα και ξέσπασε σε λυγμούς πολύ πιο έντονους από αυτούς του μικρού Θοδωρή. «Δηλαδή μονάχα από ένα δάγκωμα έγινες έτσι; Σε παρακαλώ, φιλαράκι! Μην τα αφήσεις να δαγκώσουν κι εμάς. Μην τα αφήσεις να μας πλησιάσουν! Σε παρακαλώ, σε ικετεύω!».

     Ο Ηλίας όμως δεν έδειχνε να συγκινείται από αυτές τις εκκλήσεις. «Ακόμα δεν έχεις δει τίποτα. Η μετάλλαξή μου δεν έχει ολοκληρωθεί. Μέρα με τη μέρα προχωράει, όλο και περισσότερο. Υπάρχουν βέβαια κάποιες παρενέργειες όπως το γεγονός ότι κάθε τόσο ξερνάω αίμα και κομμάτια από τα σωθικά μου. Μπορεί να μην τη βγάλω καθαρή, αλλά δεν βαριέσαι; Έχω μάθει να ζω την κάθε στιγμή σαν να είναι η τελευταία μου. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν ένα μόνο δάγκωμα αρκεί για να γίνει κάποιος σαν κι εμένα. Σκέψου τι θα συμβεί όταν τα αμολήσω. Γιατί έχω να τα ταΐσω πάνω από τρεις μέρες, ξέρετε και αμφιβάλλω αν αρκεστούν σε ένα μόνο δάγκωμα».

     «Μα γιατί να το κάνεις αυτό;», έσκουξε ο Μενέλαος. Ο Αθηνόδωρος όμως εξακολουθούσε να σπαράζει έχοντας μαντέψει ήδη την απάντηση και ο μικρός Θοδωρής ήταν ήδη ξαπλωμένος στο πάτωμα, δείχνοντας ότι έχει χάσει προ πολλού τις αισθήσεις του.

       «Γιατί όλο αυτό το διάστημα το παίζατε πολύ μάγκες στον αδελφό μου», απάντησε ο Ηλίας χαϊδεύοντας με το φουσκαλιασμένο χέρι του το κεφάλι του μικρού Κωστή. «Νομίζεις ότι δεν με έχει ενημερώσει σχετικά με τα καμώματά σας; Να σας δω λοιπόν τώρα, πόσο μάγκικα θα ξηγηθείτε στα ζώα μου».

        Λέγοντάς τα αυτά, ο Ηλίας απομάκρυνε το χέρι του από το κεφάλι του Κωστή και έλυσε με μιας την κεντρική αλυσίδα που συγκρατούσε τα τετράποδα πλάσματα στον αντικρινό τοίχο. Έπειτα με μια απότομη κίνηση τραβήχτηκε μαζί με τον αδελφό του πίσω, στο σκοτάδι της σκάλας και έκλεισε τη μεταλλική πόρτα του υπογείου, κλειδώνοντάς τη στο κατώφλι του. Όλα αυτά έγιναν τόσο γρήγορα που η παρέα των τριών αγοριών δεν πρόλαβε να κάνει περισσότερα από δύο βήματα προς το μέρος της. Τα μεταλλαγμένα αγρίμια πρόλαβαν να τους χιμήξουν και να τους καθηλώσουν στο πάτωμα. Τα σπαραχτικά ουρλιαχτά γέμισαν ασφυκτικά τον μακρόστενο χώρο, αναμεμιγμένα με την υγρασία και τις πιτσιλιές του αίματος που έβαφαν τους τοίχους. Δεν κατάφεραν ωστόσο να φτάσουν μέχρι τα πρώτα κατοικημένα σπίτια του χωριού. Η κατοικία του Ηλία και του Κωστή ήταν τόσο απόμερη, που η βαναυσότητα των τεκταινομένων που περίκλειε, έμεινε φιμωμένη στους σοβάδες, καθώς το σούρουπο σκοτείνιαζε τον ουρανό και τα πέπλα της ομίχλης αγκάλιαζαν τους τοίχους, νοτίζοντας τους.


Βασίλης Γιαννάκης


Βασίλης Γιαννάκης
       Ο Βασίλης Γιαννάκης είναι δασολόγος και εργάζεται σε τομείς που άλλοτε έχουν αρκετή ή καμία σχέση με τις σπουδές του. Βρίσκει πάντως χρόνο και διηγείται στους φίλους του αλλά και συγγράφει και δημοσιεύει τις τρομακτικές ιστορίες που εμπνέεται. Για την έμπνευση, τις επιρροές του, τα συγγραφικά του εργαλεία και την αγάπη του για τις τρομακτικές ιστορίες μου μίλησε και στη διαδικτυακή ραδιοφωνική εκπομπή που διατηρώ στο ραδιόφωνο του Ερευνητικού Οργανισμού Ελλήνων με το όνομα "Το Κάλεσμα του Κθούλου". Μου έκανε δε και την τιμή να μοιραστεί με τους μαθητές μου στο Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής στο Δωμάτιο της Γειτονιάς στην Τούμπα, τις απόψεις του και τους προβληματισμούς του για τον κόσμο της ελληνικής Λογοτεχνίας του Φανταστικού. 

  Έχει γράψει τρία βιβλία. Τη "Νύχτα που έβρεξε μαχαίρια" (εκδόσεις Όστρια), τη "Ματωμένη Μαρία" (Όστρια) ενώ στον χώρο μπήκε με τη συλλογή διηγημάτων "Μυστικοί Εφιάλτες και Μικροί Φόβοι" (εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές). Για τη "Νύχτα" έγραψε κριτική στο ιστολόγιο μας ο συνεργάτης μας συγγραφέας Χρήστος Κεσκίνης.  
      Τελευταίο του βιβλίο, το εξαιρετικό (σύντομα θα γράψω για αυτό) "Αφώτιστες περιοχές", όπου πέντε τρομακτικές ιστορίες αλλάζουν την οπτική γωνία με την οποία βλέπει την πόλη του ο αναγνώστης. Τον ευχαριστούμε για το διήγημα "Αλλόκοτοι συγκάτοικοι" που μας παραχώρησε για δημοσίευση και του 
ευχόμαστε να έχει πάντα νέες ιστορίες να διηγηθεί. 



  

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2020

Σκοτάδι

 Σκοτάδι 

της Χριστίνας Ποτήρη

       

"Βαθύ σκοτάδι, μαύρο....."
       Η δυσκολία να τεντώσω τα πόδια ενεργοποίησε το μυαλό  μου. Πίσω από τα κλειστά μου  βλέφαρα οι κόρες άρχισαν να κινούνται δεξιά και αριστερά.  Ήμουν σίγουρη ότι ο ύπνος μου είχε διακοπεί.  Αντανακλαστικά άνοιξα τα μάτια μου.  Αισθάνθηκα έκπληξη που ήταν όλα σκοτεινά. Ήμουν όμως σίγουρη ότι θα έπρεπε να είναι πρωί. Πάντα άφηνα τα παντζούρια ανοιχτά, ήθελα η πρώτη μου οπτική επαφή με το χώρο να  φωτίζεται από το φυσικό φως του ήλιου. Ακόμα κι όταν είχε συννεφιά μια ανεπαίσθητη ακτίνα φωτός έμπαινε στο  υπνοδωμάτιο.  Ανοιγόκλεισα τα μάτια με τη σκέψη ότι ονειρευόμουν ακόμα. Και πάλι το ίδιο. Βαθύ σκοτάδι, μαύρο, αδιαπέραστο από οτιδήποτε. Προσπάθησα να φέρω τα χέρια μου στα μάτια,  να τα τρίψω, να κάνω αυτή τη χουζουρίστικη καθημερινή κίνηση. Αδύνατον. Τα χέρια μου ήταν κολλημένα δίπλα στο σώμα μου. Ένιωθα τις παλάμες μου να αγγίζουν το πάνω μέρος των ποδιών μου. Έκανε ζέστη, ήμουν ξαπλωμένη σε ένα σκοτεινό μέρος, όχι δεν ήμουν δεμένη, απλά υπήρχε περιορισμός στις κινήσεις μου. Όσο κι αν άνοιγα τα μάτια το ίδιο σκοτάδι ήταν μπροστά μου.      

         

"Που είμαι"
   Σήκωσα ελαφρά το κεφάλι μου. Δε γινόταν, έβρισκε αντίσταση. «Πού είμαι» . Ανέπνεα, το μόνο που μου αποδείκνυε ότι ήμουν ζωντανή. Ο αέρας όμως που έμπαινε μέσα μου ήταν λίγος. Μύριζε κλεισούρα.  Επικεντρώθηκα στην ακοή μου. Ο μόνος ήχος ήταν η κοφτή αναπνοή μου.  Άνοιξα το στόμα για να βγάλω τη μεγαλύτερη κραυγή που θα μπορούσα «Βοήθεια». Δεν άκουσα τίποτα. Το επανέλαβα, δύο, τρείς φορές,  αλλά το ουρλιαχτό ήταν άηχο.  Σαν να είχαν φύγει όλα τα φωνήεντα  και τα σύμφωνα που τα συνόδευαν,  έμεναν απλά στην άκρη της γλώσσας, αβοήθητα να εκφράσουν το παραμικρό. Άρχισα να τρέμω. Μια υγρασία διαπέρασε όλο μου το  κορμί. Η γεύση μου έγινε αλμυρή, ιδρώτας και κλάμα ταυτόχρονα. Η αναπνοή μου έγινε ακόμα πιο κοφτή, αισθανόμουν  τη μοναξιά πιο έντονη από ποτέ. Κι η απορία στο «πού είμαι» αγκαλιασμένη με το φόβο χόρευαν ξέφρενα. Τέντωσα τις μύτες των ποδιών μου όσο πιο πολύ μπορούσα. Άγγιξαν μια επιφάνεια, ξύλο, ήταν σίγουρα ξύλο. Το οξυγόνο στέρευε.

         

"...σκουλήκια που μου έκαναν επίθεση"
       Το σκοτάδι γινόταν όλο και πιο βαθύ.  Στη στενότητα του χώρου ξένα σώματα ανέβαιναν πάνω μου, έρποντας κατέκλυζαν το δικό μου. Δε μπορούσα να τα δω μόνο να τα αισθάνομαι .  Ένιωσα πορεία από γλοιώδη σώματα να σέρνονται επάνω. Ο λιγοστός αέρας  ανακατεύτηκε με τον ιδρώτα μου. Έσφιξα το σώμα μου όσο περισσότερο μπορούσα , έτσι ώστε οι μύες μου να τεντωθούν και να αποτινάξουν από πάνω μου τα σκουλήκια που μου έκαναν επίθεση. Οι απρόσκλητοι επισκέπτες προσπαθούσαν να εισχωρήσουν βίαια από τα αυτιά μου και την μύτη μου όσο πιο βαθιά μπορούσαν. Τα χέρια μου ήταν ακόμα παγιδευμένα στην ακινησία.   Τα ακουστικά μου νεύρα ερέθιζε ένας  επαναλαμβανόμενος ρυθμικός  ήχος. Μπιπ, μπιπ, μπιπ. Τέντωσα  άλλη μια φορά τις  μύτες των ποδιών μου, αυτή τη φορά άγγιξα κάτι παγωμένο. Δοκίμασα να ανοίξω τα μάτια. Ο θόρυβος μια πόρτας  που άνοιγε μου με έκανε να τιναχτώ. Βήματα,  δε μπορούσα  να καταλάβω πόσα.

"..αύριο θα τη βάλουμε πάλι για ηλεκτροσόκ"
     «Είναι πολύ όμορφη αλλά μοιάζει με ζωντανή νεκρή  η καημένη,   δε μιλάει μόνο μουγκρίζει και βγάζει κάτι  ακαταλαβίστικους φθόγγους β,θ».

 «Ο γιατρός έμαθε πως στα δεκαέξι   της βιάστηκε από τρεις τύπους.  Κάθε χρόνο κάνει από μία απόπειρα αυτοκτονίας, πάντα τη προλαβαίνουν» .

«Θα  της χορηγήσουμε  άλλο ένα κοκτέιλ ηρεμιστικών,  αύριο θα τη βάλουμε πάλι  για ηλεκτροσόκ».

       Ακόμα ένα ηλεκτροσόκ σκέφτηκα,   χαλάρωσα τους μύες μου, τα σκουλήκια  είχαν φύγει από πάνω μου. Αν ο ύπνος  είναι  μια πρόβα θανάτου ο δικός μου  είχε  καταφέρει ακόμη μια φορά να φτάσει  μέχρι την επίσημη πρεμιέρα,  χρειαζόταν όμως  πολλές πρόβες ακόμα.

Χριστίνα Ποτήρη


Χριστίνα Ποτήρη

     Η Χριστίνα Ποτήρη είναι πρόσφατη διαδικτυακή φίλη από την Αθήνα. Συγκατοικούμε στην κοινότητα των συγγραφέων που εμπνεύστηκε η Κατερίνα Κρυστάλλη η οποία ένωσε τις ιστορίες μας στη συλλογή "21+1 συγγραφείς μας λένε τον καφέ". Μου εμπιστεύτηκε την κλειστοφοβική ιστορία που διαβάσατε με τίτλο "Σκοτάδι" και την ευχαριστώ. Ελπίζω πως θα συνεργαστούμε σε μελλοντικά συγγραφικά και εκδοτικά εγχειρήματα. Η υπέροχη φωτογραφία είναι δική της.




Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2020

Ταξίδι Στο Παρελθόν

 

Ταξίδι Στο Παρελθόν

της Χρύσας Μπαχά

       

"Το στοιχειωμένο σανατόριο στην Πάρνηθα..."
     Η Κάτια ξύπνησε με κακή διάθεση. Η σημερινή εκδρομή που είχε οργανώσει η παρέα της δεν την ενθουσίαζε καθόλου. Όλα είχαν ξεκινήσει με ένα άρθρο που διάβασε ο Άκης για το στοιχειωμένο σανατόριο στην Πάρνηθα και φυσικά την πρότασή του να το επισκεφτούν. Φαντάσματα, απόκοσμες φωνές και ήχοι, περιπλανώμενες ψυχές, μια σειρά από αστικούς μύθους, ξετυλίγονταν μπροστά τους με αρκετά γλαφυρό τρόπο –ήταν καλός σε αυτό- και ανατριχιαστικές λεπτομέρειες σίγουρα δικής του επινόησης.

         Κανείς δεν έδωσε σημασία στο ότι το κτίριο ήταν σε κακή κατάσταση, εγκαταλελειμμένο τόσα χρόνια, να στέκεται ακόμα και μετά από την πυρκαγιά του 2007, ένα μέρος γεμάτο παγίδες, φυσικές και όχι εξωπραγματικές. Δεν τους πτόησε ούτε η πιθανότητα να συναντήσουν ανεπιθύμητους, ακόμα και επικίνδυνους θαμώνες του συγκεκριμένου χώρου, όπως ναρκομανείς…ή σατανιστές που έκαναν εκεί τις τελετές τους και ζωγράφιζαν περίεργα σύμβολα στους τοίχους, όπως φρόντισε να σημειώσει ο Άκης, που με τον τρόπο του το έκανε να μοιάζει ως ένα ακόμα ισχυρό κίνητρο για να επισκεφτούν το μυστηριώδες κτίριο.

          Οι αντιρρήσεις της για την προτεινόμενη εκδρομή έπεσαν στο κενό. Μόνο η Ελενίτσα συμφωνούσε με κάθε της επιχείρημα, αλλά ποιος της έδινε σημασία; Εκείνη πάντα διαφωνούσε με όποια δραστηριότητα βρισκόταν εκτός οικίας. Στην παρέα τους ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν η δίδυμη αδελφή της Κωνσταντίνας, η οποία ήταν πάντα μέσα σε όλα και το κυριότερο, τυφλός ακόλουθος του Άκη. Ο Γιώργος στην αρχή πήρε το μέρος της, άλλωστε ήταν τσιμπημένος μαζί της και όλοι το ήξεραν εκτός από εκείνον, αλλά τελικά επικράτησε ο ανδρικός εγωισμός. Σιγά μη φοβόταν να μπει σε ένα παλιό κτίριο. Με λίγα λόγια η επίσκεψη στο σανατόριο ήταν κλεισμένη υπόθεση, πριν καν πέσει στο τραπέζι.

-----

         Ο Άκης πάρκαρε το αμάξι στο ασφαλτοστρωμένο πλάτωμα που υπήρχε μπροστά από το κτίριο και κατέβηκε γεμάτος ενθουσιασμό. Η Κωνσταντίνα έτρεξε αμέσως από πίσω του, αφήνοντας την πίσω πόρτα ανοιχτή για τα άλλα κορίτσια που δεν έλεγαν να το κουνήσουν. Ο Γιώργος κοίταξε στο πίσω κάθισμα με απολογητικό ύφος

- Σίγουρα δεν θέλετε να έρθετε;

- Με καμία κυβέρνηση! Δεν το κουνάω από εδώ! Έσπευσε να πει για ακόμα μια φορά η Ελενίτσα, σφίγγοντας ακόμα περισσότερο το κινητό της. Από την ώρα που ξεκίνησαν το είχε βγάλει για να είναι έτοιμη να καλέσει βοήθεια, αν χρειαστεί. Η Κάτια περιορίστηκε σε ένα νεύμα του κεφαλιού και βγήκε με αργές κινήσεις από το αυτοκίνητο. Κοίταξε το κτίριο ερευνητικά. Πράγματι έδειχνε απόκοσμο, το φάντασμα μιας άλλης εποχής. «Αχρείαστο να ναι» σχολίασε χαμηλόφωνα αναφερόμενη στο τηλέφωνο της Ελενίτσας και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τουλάχιστον θα απολάμβανε τον καθαρό αέρα. Σήκωσε τον αντίχειρα στους άλλους που χάνονταν μέσα στο κτίριο και στράφηκε προς την άλλη μεριά.         

"Μια ξύλινη πύλη για είσοδος...."
    Το βλέμμα της έπεσε κατευθείαν σε ένα άλλο πλάτωμα στην απέναντι πλευρά και τη μικρή, ελαφρώς περιφραγμένη έκταση που βρισκόταν εκεί. Μια ξύλινη πύλη για είσοδος και σχηματισμένοι κορμοί στο εσωτερικό. Μορφές που δεν μπορούσε να διακρίνει καθαρά.

- Θα πάω να δω τι είναι εκεί. Θες να έρθεις; Ρώτησε την άλλη κοπέλα.

- Όχι. Θα μείνω στο αμάξι. Να έχω και το νου μου…

           Δεν μπήκε στον κόπο να της αλλάξει γνώμη. Άλλωστε, προτιμούσε να μείνει μόνη της. Άρχισε να προχωράει προς το σημείο του ενδιαφέροντός της και όσο πλησίαζε τόσο πιο ευδιάκριτα γινόταν τα σχήματα αλλά και η επιγραφή στην πύλη. «Το Πάρκο των Ψυχών».

- Ώρα να φεύγουμε; ρώτησε ο Άκης τους υπόλοιπους.

           Μετά την εξερεύνησή τους στο παλιό κτίριο είχαν κατέβει όλοι στο πάρκο με τα γλυπτά, μαζί και η Ελενίτσα. Καθόλου ευχάριστο για την Κάτια καθώς το μόνο που έφεραν ήταν βαβούρα και ατελείωτες επαναλήψεις για τα γκράφιτι, τα περίεργα σχέδια και ήχους στο κτίριο –και πώς να μην έχει ήχους ένα κτίριο που ως εκ θαύματος δεν είχε καταρρεύσει ακόμα- ενώ οι φωτογραφίες εναλλάσσονταν η μία μετά την άλλη στα κινητά τους. Περιφερόντουσαν ανάμεσα στους κορμούς χωρίς όμως να βλέπουν καμία από τις μορφές που είχαν τόσο περίτεχνα χαραγμένες πάνω τους.

- Άντε, πάμε! Φώναξε η Κωνσταντίνα.         

"...απόσπασμα από την Εαρινή Συμφωνία" του Γ.Ρίτσου
    Η Κάτια άπλωσε το χέρι και άγγιξε ακόμα μια φορά το ξύλο με τις άκρες των δαχτύλων της, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο στο αγκαλιασμένο ζευγάρι, δίνοντας σιωπηλή υπόσχεση «θα ξανάρθω». Λίγο πριν περάσει την πύλη στράφηκε και πάλι προς τα γλυπτά, να τα δει ακόμα μια φορά. Ένας διαφορετικός επισκέπτης είχε πάρει τη θέση της κάτω από το αγκαλιασμένο ζευγάρι. Ένα ελάφι στεκόταν εκεί που πριν λίγο στεκόταν η ίδια και την κοίταζε με τα λαμπερά του μάτια.

«Αγαπάμε τη γη, τους ανθρώπους και τα ζώα. Τα ερπετά, τον ουρανό και τα έντομα. Είμαστε, είμαστε κι εμείς όλα μαζί. Μαζί και ο ουρανός και η γη» έλεγε η επιγραφή με το απόσπασμα από την Εαρινή Συμφωνία του Γ. Ρίτσου.

          Την είχε γράψει τότε που νοσηλεύτηκε στο σανατόριο, τότε που η Πάρνηθα ήταν ακόμα γεμάτη ζωή, πριν η πύρινη λαίλαπα την καταστρέψει. Ένιωσε τα μάτια της να θολώνουν από τα δάκρυα. Σήκωσε το χέρι και πίεσε τα δάχτυλα πάνω τους για να τα παγιδέψει.        

"...είχαν χαθεί όλες, εκτός από το αυτί"
      Άνοιξε τα μάτια της και ένιωσε τον πανικό να πλημμυρίζει το κορμί της. Όχι, όχι το κορμί της. Την ψυχή της. Αυτό ήταν άλλωστε. Μια ψυχή. Δεν είχε υλική υπόσταση. Ήταν μια ψυχή παγωμένη σαν άγαλμα κάτω από την πύλη, ή μάλλον εκεί που έπρεπε να ήταν η πύλη. Γύρω της επικρατούσε σκοτάδι, μπορούσε όμως να δει καθαρά κορμούς, κορμούς δέντρων, πολλούς κορμούς δέντρων, χωρίς γλυπτά πάνω τους. Οι ξύλινες μορφές είχαν χαθεί όλες, όλες εκτός από το αυτί. Εκείνο παρέμενε στη θέση του χωρίς όμως το στήριγμα του. Αιωρούνταν με φόντο τον μαύρο άναστρο ουρανό, σα να περίμενε κάτι.

"Οι κορμοί ήταν περισσότεροι"
      Θέλησε να ουρλιάξει, να φωνάξει βοήθεια, αλλά δεν μπορούσε. Πως μιλούσε μια ψυχή; Αν ήταν όμως μια αέρινη μορφή γιατί δεν μπορούσε να μετακινηθεί; Το βλέμμα της –ή όποια άλλη λειτουργία το αντικαθιστούσε- εντόπισε μια λευκή φιγούρα. Δεν την είχε προσέξει μέχρι που εκείνη ανασηκώθηκε. Εκεί δεν στεκόταν το ελάφι πριν; Εκεί δεν ήταν το αγκαλιασμένο ζευγάρι; Δεν μπορούσε να πει με σιγουριά. Οι κορμοί ήταν περισσότεροι.

        Ένα κορίτσι, δεν πρέπει να ήταν πάνω από 10 ετών, με μάτια λαμπερά σαν του ελαφιού και καστανά μαλλιά να πέφτουν ανάκατα στους ώμους, την κοίταζε και χαμογελούσε. Ήταν ξυπόλυτο, ντυμένο με μια λιτή λευκή νυχτικιά που έφτανε ως λίγο πάνω από τους αστραγάλους. Το κορίτσι στράφηκε προς τον κορμό που βρισκόταν πίσω του, άπλωσε το λεπτό του χεράκι και τον άγγιξε. Εκείνος σκίρτησε στιγμιαία σαν από χαρά και κλαδιά άρχισαν να ξεπροβάλουν και να υψώνονται ως πάνω, να γεμίζουν πευκοβελόνες.

         Το κορίτσι γέλασε, τουλάχιστον αυτό νόμιζε η Κάτια πως άκουσε, και άρχισε να πηγαίνει χοροπηδώντας και στριφογυρίζοντας γύρω από τον εαυτό του από κορμό σε κορμό, να αγγίζει, να δίνει ζωή. Το γέλιο του τώρα έπαιρνε τη μορφή ενός τραγουδιού –μάλλον παιδικού- δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα λόγια ή τη μελωδία, ενώ τα κλαδιά φούντωναν, πρασίνιζαν...

         

      Ο φόβος είχε φύγει πλέον και η χαρά είχε γεμίσει την ύπαρξή της Κάτιας. Ήθελε να τρέξει και εκείνη με το κορίτσι, να αγγίξει, να χορέψει. Δεν ήταν όμως μόνο τα δέντρα που ξαναζωντάνευαν. Σκιές άρχισαν να εμφανίζονται ανάμεσα στα δέντρα. Θολές μορφές που σιγά σιγά αποκάλυπταν τα χαρακτηριστικά τους. Ένας άνδρας με μακρύ παλτό γύρω στα σαράντα πέντε, μια κοντοκουρεμένη γυναίκα παραπέρα, όχι πάνω από τριάντα, ένας νεαρός καθισμένος –δεν έβλεπε που- τυλιγμένος στη ρόμπα του και άλλοι, πολλοί, γέμιζαν το δάσος μπροστά της. Πρόσωπα ταλαιπωρημένα αλλά και ήρεμα, τα πρόσωπα εκείνον που ήρθαν εδώ για να σωθούν από τη φυματίωση αλλά δεν τα κατάφεραν. Που βρήκαν τελικά τη λύτρωση –ίσως- με την τελευταία τους πνοή.

         Ένιωθε τα βλέμματά τους καρφωμένα πάνω της αλλά και πέρα από αυτήν. Στο παρελθόν; Στο σήμερα; Στο μέλλον; Στο κενό;…

         Μια βοή άρχισε γεμίζει τον αέρα, απαλή σαν μουσική –το κορίτσι είχε χαθεί. Οι μορφές δεν έμοιαζαν να την ακούν, απλά κοιτούσαν εκείνη και πέρα από εκείνη. Μικροί τριγμοί σαν γρατζουνιές σε μαυροπίνακα προστέθηκαν στη βοή και φλόγες άρχισαν να ξεπετάγονται από το έδαφος, μικρές και αχόρταγες σκαρφάλωναν αργά στους κορμούς για να φτάσουν στα κλαδιά και να μεγαλώσουν, να φουντώσουν, κατασπαράζοντας τα λεπτά φύλλα.

         Οι μορφές άρχισαν να τρεμοπαίζουν να γίνονται και αυτές φλόγες για να σβήσουν όπως εκείνες των σπίρτων ή να ενωθούν με εκείνες που κατασπάραζαν τα δέντρα, αφήνοντας πίσω τους αποπνικτικό καπνό που τύλιξε το λαιμό της σαν τα χέρια ενός στυγνού στραγγαλιστή, ενώ ταυτόχρονα η βοή δυνάμωνε με ιλιγγιώδη ρυθμό, κάνοντας τα αυτιά της να πονέσουν. Σήκωσε τα χέρια της για να τα κλείσει –είχε υπόσταση ξανα;- ένιωθε τις φλόγες να ζεσταίνουν τη σάρκα της, καθώς την πλησίαζαν επικίνδυνα, μύρισε καψαλισμένα μαλλιά και τα μάτια της άρχισαν να τσούζουν φρικτά.

         Έπρεπε να φύγει από εδώ! Αυτό έλεγε και η βοή, οι κραυγές πόνου και απελπισίας, οι εκκλήσεις βοήθειας από εκείνους που δεν μπορούσαν να τρέξουν μακριά από την πύρινη λαίλαπα, τα δέντρα που πέθαιναν βασανιστικά…

- Άντε Κάτια, κουνήσου!

         Τινάχτηκε σα να τη διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Το ελάφι στεκόταν ακόμα κάτω από το γλυπτό του ζευγαριού. Δεν το τρόμαζε η παρουσία τους, ούτε οι φωνές τους. Απλά στεκόταν ήρεμο και την κοίταζε με τα καστανά, λαμπερά του μάτια. Κοιτούσε εκείνη και πέρα από εκείνη…

Χρύσα Μπαχά


       

Χρύσα Μπαχά
      Με τη Χρύσα Μπαχά μοιραζόμαστε το ίδιο επώνυμο, όχι όμως και το ίδιο ταλέντο, καθώς η νεαρή συγγραφέας έχει ήδη ακονίσει την πένα της προκαλώντας ανατριχίλες με τις ιστορίες της. Είχα τη χαρά να τη γνωρίσω σε μια παρουσίαση βιβλίου της "Το Μονοπάτι προς την Κρύπτη", μια "σειρά διηγημάτων για τη σκοτεινή πλευρά της ζωής και το μυστήριο που κρύβεται καλά μέσα στις ζωές καθημερινών ανθρώπων"

        Στο άλλο της βιβλίο "Σκοτεινά Μονοπάτια" η συγγραφέας επιδίδεται σε "μια επίφοβη περιήγηση στις παράδοξες ζώνες μιας μακάβριας φαντασίας, εκεί όπου οι ανορθόδοξες, σκοτεινές δυνάμεις σκιάζουν και καταποντίζουν κάθε ελπίδα κυριαρχίας του

καλού, και όπου οι πιο ανομολόγητοι φόβοι παίρνουν μορφή μέσα από κλασικά σύμβολα του τρόμου"
. Την ευχαριστώ για την άδεια να δημοσιεύσω τα διηγήματα και ποιήματά της.