Σάββατο, 13 Ιουνίου 2020

Κωνσταντίνος Χουρίδης: ο Μαχητής - Ποιητής από την Κατερίνη

Δύο ποιήματα του Κωσταντίνου Χουρίδη



Επιθυμίες
 όταν οι επιθυμίες μας μεγαλώνουν μας ξεπερνούν,


 όταν επιθυμούμε να τις προφτάσουμε μας παραμελούν

 όταν τις εγκαταλείπουμε γινόμαστε δειλοί

 όταν τις κυνηγάμε γινόμαστε δυστυχισμένοι.....

 μάθαμε να ξεχνάμε το παρελθόν και να λησμονούμε τα χρόνια που ζήσαμε ,..
 μα τι λυπηρό !

 μάθαμε να θεωρούμε αυτονόητα και δεδομένα τα χρόνια που ζούμε ,,,,εγωιστικό; 

 μάθαμε να δίνουμε υποσχέσεις στα χρόνια που θα έρθουν, ........απαράδεκτο !!!
 ..νοσταλγία,θυσίες,υποσχέσεις,λησμονιά όλα σε μια ταινία μικρού μήκους σπαρμένη από λόγια φανταχτερά, λόγια χρυσαφένια, λόγια με λόγια που σβήνουν σαν τις κουκίδες άμμου που διαλύονται στο φύσημα ενός απαλού αγέρα, όλα αυτά φαντάζουν σαν μια αιωνιότητα για την μια και αληθινή επιθυμία που κρατά μονάχα μια στιγμή !!


Ελπίδα

 Και αν η ελπίδα μου μονάχο μου με άφησε.
Στα πράσινα λιβάδια να χαθώ.
η μοίρα μου με ερμήνεψε ότι σε τούτη δα τη γη πάντα θα υπάρχεις
σαν φάρος, στην ψυχή μου θα σε κρατώ,
λουλούδι της καρδιάς μου, αξέχαστο θα μείνεις,
όπως εκείνες οι κουβέντες που κάναμε με το φεγγάρι,
και εγώ θα σε ποτίζω αγάπη και ποίημα από καρδιάς,
τόσο τρυφερό, σαν Άνοιξη
που θα ρθει και τα φτερά της ελπίδας θα μας ανοίξει...
   
       Ο Κωνσταντίνος Χουρίδης μου έκανε την τιμή να απαγγείλει τα παραπάνω δύο ποιήματα του στην διαδικτυακή ραδιοφωνική Εκπομπή "Σκοτεινή Ολυμπία" που επιμελούμαι στον Ερευνητικό Οργανισμό Ελλήνων  (κάθε Πέμπτη 20:00-21:30). Τα εξαιρετικά αυτά ποιήματα που αναδεικνύουν την ευαίσθητη φύση ενός αθλητή και Δασκάλου των Πολεμικών Τεχνών τα δημοσίευσε αρχικώς στο δικό του ιστολόγιο που έχει το όνομά του. Τα ποιήματα δημοσιεύονται με την άδεια του.    
                        
      Η ενασχόλησή του με την Λογοτεχνία αποδεικνύει πως τα μαχητικά αθλήματα και ο Αθλητισμός στο σύνολο του όχι μόνο δεν στερούνται πνευματικότητας, όπως κατηγορείται, αλλά αντιθέτως το αγωνιζόμενο σώμα είναι "ενσαρκωμένη ποίηση". Οι φωτογραφίες είναι από το ιστολόγιο του. 

      Τον ευχαριστώ για την τιμή που έκανε σε μένα και τους ακροατές μου και σας καλώ να παρακολουθήσετε την "Ποίηση του μάχεσθαι αθλητικώς" στη διοργάνωση του "Τημενίδαι" στην Κατερίνη στις 12 Ιουλίου 2020. Πανδημίας επιτρεπούσης βεβαίως.   


Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Καυτή απόδραση


Καυτή Απόδραση

Διήγημα του Γιάννη Μπαχά 

         
Το τεράστιο παγοδρόμιο γνώριζε δόξες 
Το τεράστιο παγοδρόμιο γνώριζε δόξες ημερών που χάθηκαν πια. Είχαν περάσει χρόνια από τότε όπου στη γλιστερή και αστραφτερή του επιφάνεια χόρευαν τόσα πολλά σώματα. Ενώ σήμερα.... τα σώματα ήταν και πάλι πολλά αλλά αυτός ήταν το μόνο.... ζεστό. Άντε και ένας-δύο ακόμη να ξάπλωναν σε αυτόν τον παγωμένο λειμώνα του θανάτου. Ίσως υπήρχαν και άλλοι που αγόρασαν τις υπηρεσίες της Μαφίας του Μπέργκαμο. Πόσο οξύμωρο ήταν, σκέφτηκε, να θεωρείται η φιλάνθρωπη αυτή πράξη της μεγάλης “Οικογένειας” του Ιταλικού Βορρά ως έγκλημα και κακούργημα. Εάν τους πιάνανε φυσικά, πράγμα που μόλις τώρα του πέρασε από το μυαλό. Δεν έπρεπε να σκέφτεται έτσι. Ήταν σίγουρος πως όλα θα πήγαιναν καλά. Όμως ούτε και αυτές οι σκέψεις δεν ήταν αρκετές για να τον ζεστάνουν ικανοποιητικά μέσα στον διπλό, αεροστεγή, χειρουργικό σάκο όπου ξάπλωνε. Δεν ήταν δα και άσκημα. Δεν έπρεπε να παραπονιέται. Ο σάκος αερίζονταν και είχε επιτέλους την ευκαιρία να ξαπλώσει, έστω και ακίνητος και κάπως άβολα. Είχε “πεθάνει” πραγματικά στη δουλειά τον τελευταίο χρόνο. Άκουγε τους εργάτες που έμπαιναν γρήγορα στον χώρο, απέθεταν τους σάκους με τις σωρούς και έφευγαν τρέχοντας όχι μόνο βέβαια από το φόβο της μόλυνσης αλλά και από το πολικό κρύο που επικρατούσε στην αίθουσα. Του είχαν δώσει όμως τις κατάλληλες συμβουλές και μέχρι να απομακρυνθεί από το παγοδρόμιο και να περάσει τα σύνορα με το νέο του διαβατήριο, αυτός δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο να κρυολογήσει μέσα στην ισοθερμική του φόρμα. Τα είχαν σκεφτεί όλα οι καλοί άνθρωποι του Ντον. Οι τσέπες του μπουφάν του ήταν ξέχειλες από ενεργειακές μπάρες και ζελέ. Έπρεπε όμως να προσέχει να μην κινείται πολύ και τον ξετρυπώσει κανένας περίεργος υγιειονομικός υπάλληλος ή αστυνόμος. Χαμογέλασε. Ήταν σίγουρος πως και αυτό θα το είχαν προβλέψει και θα είχαν παντού τους ανθρώπους τους.
           
Στη διαδρομή για το αποτεφρωτήριο
Ναι, ήταν αλήθεια, πως ήταν κάπως, τι κάπως, πολύ θα το έλεγες, μακάβριο, να ξαπλώνεις σε ένα απέραντο νεκροτομείο δίπλα σε μολυσμένα πτώματα και να περιμένει;ς να σε μεταφέρουν τα καμιόνια για αποτέφρωση. Αλλά οι εναλλακτικές του ήταν πολύ χειρότερες. Ανεργία, φτώχια και εξευτελισμός. Ίσως και φυλακή. Οι ώρες που περνούσε στον νεκρόσακο ήταν οι μόνες που ξεκουράστηκε τους τελευταίους μήνες. Εργάζονταν σαν σκλάβος σε τρεις δουλειές και έκανε ακόμη μία το βράδυ. Φυλούσε τη βάρδια κάποιου άλλου σε ένα εργοστάσιο. Και πάλι, με δανεικά και με τα όσα χρήματα τσοντάριζε η γυναίκα του και η μεγάλη του κόρη (τι ντροπή, Θεέ μου!) μετά βίας και μόλις πριν λήξουν οι προθεσμίες μπορούσε κάθε μήνα να πληρώσει τη δόση στην τράπεζα. Στην αδυσώπητη Bank of Bergamo. Στεγαστικά δάνεια, επιχειρηματικά, διακοποδάνεια, αλλά και τεράστια χρέη από εκείνη τη μαύρη περίοδο του εθισμού του στον τζόγο και τη ρουλέτα. Η λύση που του πρότεινε η Μαφία του Μπέργκαμο ήταν ουρανοκατέβατη. Ωραία σκέψη και αυτή!!! Μάλλον “χθονοανέβατη”, σκέφτηκε και γέλασε πάλι, αυτή τη φορά κάπως πιο δυνατά. Για ένα ποσό, όσο όλες του οι οικονομίες βέβαια και με υποθήκη το σπίτι και το εξοχικό του, τον δήλωσαν νεκρό από τον Κορωνοϊό. Οι ιατροδικαστές της ιδιωτικής εταιρείας που είχε αναλάβει τις νεκροψίες, χωρίς όμως τις απαιτούμενες νεκροτομές, και τα πιστοποιητικά θανάτου “λόγω εκτάκτων αναγκών”, τον κατέγραψαν ως θύμα της μάστιγας. Στη διαδρομή για το αποτεφρωτήριο στα περίχωρα της πόλης, θα τον φυγάδευαν στα σύνορα με την Ελβετία. Λίγο υπομονή έπρεπε να κάνει ακόμη και θα ήταν ελεύθερος.
             
Ο μεγαλόσωμος μπράβος με τη σπασμένη μύτη
“Πολύ ηλίθιος είναι τελικά ο δικός μας. Κουνιέται συνέχεια από την ώρα που τον έβαλαν στο πάτωμα. Θα μας πάρει χαμπάρι κανένας καραμπινιέρος και θα μας τη χαλάσει τη δουλειά. Δεν φτάνει που θα τη σκαπουλάρει από τα χρέη το λαμόγιο, δεν μπορεί να κάνει και τον ψόφιο για λίγη ώρα ακόμη”. Ο πιο κοντός από τους δύο άνδρες με τις μάσκες και τις πράσινες στολές ήταν εμφανώς εκνευρισμένος και φαινόταν σαν να μαλώνει με τον θηριώδη συνομιλητή του. Ο μεγαλόσωμος μπράβος με τη σπασμένη μύτη του έκανε νόημα να σωπάσει και γύρισε προς την πόρτα για να απαντήσει στο τηλέφωνο. Ακούμπησε την παλάμη του στο αυτί για να ακούσει καλύτερα. Τα μηχανήματα της ψύξης έκαναν έναν διαβολεμένο σαματά.
“Διατάξτε Ντον”.
“Τελείωσε η δουλειά σου εκεί. Μπορείς να φύγεις. Όλοι σας να φύγετε. Θα τους πάρουν οι στρατιώτες για το κρεματόριο μαζί με τους νεκρούς. Πίστεψε με είναι καλύτερα έτσι. Τα χρέη του σβήστηκαν, ας σβήσουν και τα ίχνη μας. Όποιος τον έκλαψε, έχει πενθήσει αρκετά ήδη. Ζωή σε λόγου μας”. Αφού το έλεγε ο Ντον, ήταν Νόμος.
“Φεύγουμε. Άλλαξαν τα σχέδια. Ειδοποίησε τους άλλους”.
“Τουλάχιστον στο κρεματόριο θα ζεσταθεί για τα καλά”, είπε στον σύντροφό του.
Φρικτό αστείο σκέφτηκε, αλλά τέτοιες ώρες......

         
Με το διήγημα "Καυτή απόδραση" συμμετείχα στη λογοτεχνική δράση (πες το και διαγωνισμό) που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Red n' Noir με θέμα σχετικό με την πανδημία. Οι αναγνώστες της σελίδας του βιβλιοπωλείου στα κοινωνικά δίκτυα κλήθηκαν να ψηφίσουν τα κείμενα και τα κόμικ που τους άρεσαν, αλλά όλα θα βρουν φιλόξενη στέγη σε σχετική έκδοση. Αν και όχι στις πρώτες θέσεις, πολλοί ήταν όσοι τους άρεσε η ιστορία. Ευχαριστώ τους διοργανωτές, τους δημιουργούς και τους φίλους που αγκάλιασαν όλες τις συμμετοχές. Ελπίζω να άρεσε και σε εσάς.

Ιωάννης Μπαχάς
Θεσσαλονίκη, 12/4/2020

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

Ντελίβερι στα χρόνια του κορωνοϊού


Ντελίβερι στα χρόνια του κορωνοϊού


Του Γιάννη Κατσιγιάννη

         
Το αδιάβροχό μου πασπάλιζε με σταγόνες βροχής
       Τέταρτος όροφος χωρίς ασανσέρ. Κοντοστέκομαι στο κεφαλόσκαλο, καθώς οι ανάσες μου προσπαθούν ν’ ανασύρουν απ’ τη μνήμη τους έναν πρότερο ρυθμό. «Καλημέρα σας» ψελλίζω στην κυρία που με περίμενε. «Σας έφερα την...», «...παραγγελία!» με συμπληρώνει, ενώ η ανάσα μου μ’ αποχαιρετά.
Φευγαλέα ρίχνω μια αμήχανη ματιά νιώθοντας κάπως που πάλεψα πριν να αρθρώσω το αυτονόητο. Μέση ηλικία, ψηλή, οβάλ πρόσωπο, συμπαθητική φυσιογνωμία. Αλλά δεν θα θυμάσαι και πολλά. Πρόχειρο ντύσιμο για μες στο σπίτι, άσπρα γάντια και μάσκα -τα απαραίτητα αξεσουάρ υποδοχής που βγαίνουν και σε μαύρο, πράσινο, αλλά και με σχέδια για όσους αναζητούν μια πιο αλτέρνατιβ προστασία.
           Το αδιάβροχό μου πασπάλιζε με σταγόνες βροχής το περιεχόμενο του θερμόσακου καθώς έκανα να το ψαρέψω. Δύο εσπρέσο -ένα μέτριο, το άλλο με τρεις ζαχαρίνες-, μια σοκολάτα λευκή και μπράουνις. Τα απολύτως απαραίτητα δηλαδή για μια βροχερή, αφέγγαρη νύχτα με κορωνοϊό...
Και συνειρμικά μου 'ρχονται εικόνες από συναδέλφους που δουλεύουν σε πιτσαρίες, γυράδικα, κρεπερί... Με τις σακούλες στο χέρι, λασπωμένοι, να ψάχνουν τα κουδούνια στα σκοτεινά μ’ έναν κινέζικο φακό. Κι όταν κάποια στιγμή η πόρτα του διαμερίσματος ανοίγει: "Α, βρέχει; Αν το είχα καταλάβει, δεν θα...".
Δεν ξέρω, αλλά, πέραν των άλλων, έχω την αίσθηση πως αυτό το τραγούδι που ξανάρθε στην επιφάνεια με αφορμή μια τόσο τραγική συγκυρία ακούγεται από κάποιους μάλλον... επιλεκτικά! «Θα κάτσω σπίτι, θ’ αράξω σπίτι...», ΟΚ, αλλά παρακάτω λέει «κι άμα πεινάσω, τηγανίζω κάνα αυγό!». Άσε που, όταν το έγραφε ο αείμνηστος Κηλαηδόνης, άλλες εποχές, άλλες διαθέσεις, εντελώς άλλα εννοούσε...
           «Και ’γώ σ’ αγαπώ» ψιθύρισα από μέσα μου, καθώς το χέρι μου αποχωριζόταν τη σοκολάτα. Η μάσκα, σε συνδυασμό με τα χνώτα, μου θόλωσαν τα γυαλιά. Δεν βλέπω τίποτα. Κάνω να την κατεβάσω αφήνοντας εκτεθειμένη τη μύτη. «Δεν τη φοράς καλά» μου κάνει αφήνοντας μαζί κι ένα πειραχτικό χαμόγελο.
Χαμογελώ. Στην προκειμένη περίπτωση παίζει μια πιο ανάλαφρη αντιμετώπιση της πρωτόγνωρης για όλους μας συνθήκης. Προσωπικά την προτιμώ, αλλά και την προτείνω. Δεν λέει να χάνουμε το χιούμορ μας. Δεν λέει να χάνουμε την επαφή μας. Έστω την οπτική -και δεν αναφέρομαι σε ’κείνη πίσω από τις οθόνες. Την άλλη έτσι κι αλλιώς τη χάσαμε, μόνο μην μας μείνει το κουσούρι όταν όλα θα έχουν τελειώσει. Σ’ άλλες περιπτώσεις ακούς μονάχα μια φωνή απ’ το υπερπέραν -το υπερπέραν, ξέρεις, βρίσκεται μόλις πίσω από μια κλειστή πόρτα- να σου λέει: «Άστο στο χαλί, έχει και 50 λεπτά για τον κόπο σου». Παλ Μαλ για το τελευταίο.
           
Τουλάχιστον, όμως, εσύ μην με ξεχνάς
Τα γάντια μου πιάνονται στο φερμουάρ του πορτοφολιού. Πασχίζω να δώσω τα ρέστα. «Καληνύχτα», «καληνύχτα». Αυτό και τίποτε παραπάνω. Στράφι και το «συμπαθητική φυσιογνωμία» ή, μάλλον, εδώ προστίθεται κι ένας αστερίσκος του τύπου «ναι μεν, αλλά...». Το πουρμπουάρ παραμένει μια λέξις άγνωστη, μια ανύπαρκτη πόλη χαμένη κάπου στη Γαλλία...
            Κατηφορίζω τα σκαλιά με τις γαλότσες, συσκευασμένος μέσα σ’ ένα χοντρό αδιάβροχο. Το δεύτερο κάνει αδιαλείπτως αισθητή την παρουσία του μέσα από μια ποικιλία συριγμών. Προς στιγμήν καλλιεργώ την ψευδαίσθηση του άτρωτου Ρόμποκοπ. Ψέματα! Ένα τρεμάμενο φύλλο, αυτό είμαι, στη μέση των απειλητικών σκαλοπατιών. Άγιε των ντελιβεράδων, κράτα το φως ανοιχτό, σε παρακαλώ, μην ντεραπάρω λίγα μέτρα πριν από τον διακόπτη. Στον γυαλιστερό δρόμο, πριν, φθηνά τη γλιτώσαμε.
            Και κάτι ακόμα. Ένας ντελιβεράς είμαι στα χρόνια του κορωνοϊού. Εκτίθεμαι σε ανθρώπους πολλούς, και συνάμα σ’ έναν αόρατο εχθρό. Κανείς δεν μιλάει για μένα: (ά)τρωτος βλέπεις... Τουλάχιστον, όμως, εσύ μην με ξεχνάς. Μα τώρα έφτασα κάτω και μπορείς, αν θέλεις, να σβήσεις το φως. Άνοιξα και την εξώπορτα. Ευχαριστώ. Καληνύχτα...

Το κείμενο του Γιάννη Κατσιγιάννη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Αυγή" στις 9 Απριλίου 2020. 

        
Ο Δάσκαλος, η Έμπνευση μας
         Ο Γιάννης Κατσιγιάννης είναι ο εμπνευσμένος Δάσκαλος μας της Δημιουργικής Γραφής στο Κέντρο Δια Βίου Μάθησης του Δήμου Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς η εποπτεύουσα Αρχή του Προγράμματος (όχι ο Δήμος Θεσσαλονίκης) έκρινε πως μετά από 14 δίωρα μαθήματα που παρακολούθησαν με ζήλο οι μαθητές του, το Πρόγραμμα έπρεπε να διακοπεί καθώς "έπεσε" κάτω από τους δέκα μαθητές!!! Τη στιγμή που τα Σχολεία ανοίγουν και υπάρχει δικαίως μέριμνα για την εξ' αποστάσεως εκπαίδευση των μαθητών που για λόγους υγείας δεν θα μπορέσουν να έχουν φυσική παρουσία στο μάθημα, οι μαθητές του Τμήματος, όλοι μας ενήλικοι και οικιοθελώς συμμετέχοντες, αναγκαζόμαστε να διακόψουμε τη δημιουργική προσπάθεια που μας ενέπνευσε ο Γιάννης και που οι καρποί της θα ξάφνιαζαν τον Δήμαρχο μας που μάλλον το αγνοεί. Όταν ενημερωθεί, ελπίζουμε πως θα αποκαταστήσει την αδικία προς τους δημότες του, αλλά και την Λογοτεχνία.    

     
    

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Τα "πεντακοσαράκια"

     Τρεις ιστορίες ακριβώς πεντακοσίων λέξεων που κατάφεραν και διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς σύντομου διηγήματος. Φαίνεται πως καταφέρνω και έλκω το ενδιαφέρον στις μυθοπλασίες μου όταν αυτές έχουν αυτό το σφριγηλό μέγεθος. Γνωρίζω πως οι φίλοι του ιστολογίου μου πιθανόν να τις έχουν ήδη διαβάσει αφού τις προώθησα στα κοινωνικά δίκτυα και μου εξέφρασαν την ευαρέσκεια τους. Μετά όμως από τόσο καιρό σιωπής στο "Φρούριο" (που πραγματικά σχεδόν πέρασε στη Λήθη) θεωρώ σκόπιμο να ξεκινήσω ξανά τις δημοσιεύσεις με αυτές τις ιστορίες. Εσείς θα κρίνετε εάν αξίζουν το ενδιαφέρον σας.

Ιστορία Τρίτη:


Με τον φίλο συγγραφέα Χρήστο Κεσκίνη και το "έπαθλο"
       Η ιστορία αυτή είχε ιδιαίτερους κανόνες που έπρεπε να ακολουθήσει για να κριθεί ικανή για να συμπεριληφθεί σε μια συλλογική έκδοση μιας πολύ εμπνευσμένης επιχείρησης που εμπορεύεται Ελληνικές μπύρες. Έτσι η Coffee24/Beer24/Wine24 προκήρυξε έναν διαδικτυακό διαγωνισμό συγγραφής με την ονομασία "Ιστορίες ζυθολογοτεχνίας", όπου οι συμμετέχοντες θα έπρεπε να συμπεριλάβουν στην πεντακοσίων λέξεων τους ιστορία τα ονόματα δέκα Ελληνικών μπυρών σωστά τοποθετημένων μέσα στη διήγηση. 
       Ομολογώ πως έκανα κάποια σημαντική ερευνητική εργασία και είχα την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω τα σπαράγματα του συγκλονιστικού φιλόσοφου Εμπεδοκλή
Διαβάζοντας με στόμφο την ιστορία μου
και να εντάξω κάποια αυθεντικά αποσπάσματα στο κείμενο μου. Το οποίο δεν κατάφερε να κερδίσει την ευαρέσκεια (κοινώς τα "likes") του κοινού και να βραβευτεί (με σπάνιες μπύρες) αλλά εξασφάλισε την έκδοσή της στον πολύ προσεγμένο τόμο που εξέδωσε η επιχείρηση. Επίσης, είχα την τιμή να την διαβάσω (με στόμφο) στην παρουσίαση του βιβλίου που έκανε μαζί με τον εκδότη, ο φίλος συγγραφέας Χρήστος Κεσκίνης.  








Το πέδιλο του Εμπεδοκλή 

"πέρασε και από εδώ ο φιλόσοφος σου"
      «Χάθηκε ο κόσμος να πάμε στην Ολυμπία; Εξάλλου, είναι απολύτως σίγουρο πως πέρασε και από εδώ ο φιλόσοφος σου. Απήγγειλε στους Ολυμπιακούς Αγώνες»
«Πράγματι έβαλε έναν ραψωδό να τραγουδήσει τους Καθαρμούς του και διεμήνυσε πως “έρχεται σαν Θεός αθάνατος ανάμεσα τους, στολισμένος με ταινίες και θαλερά στεφάνια».
Να γιατί σας λέω πως δεν πρέπει να πηγαίνετε εκδρομή με φιλόλογους. Τουλάχιστον όχι εάν δεν έχετε στην παρέα σας έναν μηχανικό. Οι φίλοι μου είναι φιλόλογοι και εγώ γυμναστής. Τα ξέρουν όλα και έχουν εμμονές που θέλουν να σου εμφυσήσουν. Η «Κοινωνία των Φίλων», έτσι λέγεται ο περιηγητικός μας σύλλογος, σχεδίασε «σαφάρι» ιχνηλάτησης της πορείας του φιλοσόφου Εμπεδοκλή και ξεκινήσαμε το καλοκαίρι για την Ιταλία.
"αλλά όχι στην τρομερή Αίτνα"
      

      Φυσικά κανείς δεν είχε αντίρρηση για μια επίσκεψη στην «ομορφότερη από τις πολιτείες των ανθρώπων», όπως την έλεγε ο Πίνδαρος, τον Ακράγαντα, αλλά όχι και στην τρομερή Αίτνα. Δεν είχα καμία διάθεση να γκρεμοτσακιστώ στο έρεβος του
"Στην κοπιαστική μας ανάβαση..."
τρομερού ηφαιστείου για να βιώσω την έξαψη του φιλοσόφου που πήδηξε στον κρατήρα της.
      Στην κοπιαστική μας ανάβαση φορτωμένος με τον εξοπλισμό άκουγα τον Πυθαγόρα να εξηγεί το «περιεχόμενο» του ηφαιστείου.
«Ίσως συναντήσουμε τους ανέμους που φυλάκισε στις σπηλιές ο Αίολος. Ή μας προϋπαντήσει ο Εγκέλαδος που καταπλάκωσε ο Δίας στη Γιγαντομαχία ή, όπως λένε άλλοι, η Αθηνά η Νυκτία, η Κουκουβάγια δηλαδή». Μιλούσε χωρίς να αγκομαχάει. Άλλωστε όλα τα κουβαλούσα εγώ!!! Και οι άλλοι ήταν εξίσου ενθουσιασμένοι. Ο Μενέλαος απήγγειλε δυνατά στίχους του Εμπεδοκλή:
«Γιατί ήμουν εγώ κάποτε αγόρι και κορίτσι, πουλί και θάμνος και βουβό μέσα στο κύμα ψάρι».
"Ένα τέρας, άνθρωπος με κορμό φιδιού..."
        Δεν άντεξα, και είπα: «Μήπως να τον αναζητούσαμε τότε στη Μύκονο. Έχει πολλούς διεμφυλικούς εκεί». Με κοίταξαν και οι τρεις τους με οργή αλλά σαν την παλίρροια η έκφραση τους γύρισε σε ένα χαμόγελο συγκατάβασης απέναντι στον ημιμαθή γυμναστή φίλο τους.
        Πόσο περήφανος θα ήταν ο Εμπεδοκλής αφού, έστω και χωρίς να το θέλουμε, βουτήξαμε και εμείς στο αβυσσαλέο ρήγμα που έχασκε πριν το χείλος του κρατήρα.
Σήμερα πιστεύω πως το χτύπημα στο κεφάλι μας προκάλεσε τις παραισθήσεις, όμως τότε ορκίζομαι πως οι νυχτερίδες βαμπίρ ήταν το φιλικότερο από τα τέρατα που ξύπνησε η πτώση μας. Μπροστά μας συντελέστηκε μια φρικτή μεταμόρφωση. Η σκοτεινή λίμνη σηκώθηκε φθάνοντας σχεδόν στο άνοιγμα της σπηλιάς. Ένα τέρας, άνθρωπος με κορμό φιδιού και κεφάλια δράκων στους ώμους του εξακόντιζε φωτιές από τα μάτια του.
«Είναι ο Τυφώνας», ψέλισε ο Πυθαγόρας.
«Θα του πετάξουμε και εμείς κεραυνούς όπως ο Δίας. Θα φτιάξω μολότωφ με μπουκάλια της μπύρας και το πετρέλαιο της λάμπας».
«Έφερες μπύρες!!! Και τα βιβλία;»
«Τον κακό σου τον φλάρο!!! Κινδυνεύει η ζωή μας».
"Η αγάπη μου για τη μπύρα μας έσωσε"
     Η αγάπη μου για τη μπύρα μας έσωσε. Οι «νέοι κεραυνοί του Διός» μας έδωσαν τον χρόνο να βγούμε από το φωτισμένο σπήλαιο όσο ο Τυφώνας πάλευε με τις φλόγες..
Στην πλαγιά του βουνού, αναζητήσαμε μάταια μια στάλα μπύρα. Δώσαμε τη σιωπηλή υπόσχεση πως θα πιούμε όταν κατέβουμε στην Κατάννια, μέχρι να ξεχάσουμε ότι διαβάσαμε ποτέ.
       Στη φρενιασμένη κατάβασή μας, έσκυψα να μαζέψω ένα χάλκινο στραβωμένο σανδάλι. Ποιος παράφρονας αναβάτης άραγε φόρεσε σανδάλια για να ανεβεί στην Αίτνα!!!

Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2017


Τα "πεντακοσαράκια"

     Τρεις ιστορίες ακριβώς πεντακοσίων λέξεων που κατάφεραν και διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς σύντομου διηγήματος. Φαίνεται πως καταφέρνω και έλκω το ενδιαφέρον στις μυθοπλασίες μου όταν αυτές έχουν αυτό το σφριγηλό μέγεθος. Γνωρίζω πως οι φίλοι του ιστολογίου μου πιθανόν να τις έχουν ήδη διαβάσει αφού τις προώθησα στα κοινωνικά δίκτυα και μου εξέφρασαν την ευαρέσκεια τους. Μετά όμως από τόσο καιρό σιωπής στο "Φρούριο" (που πραγματικά σχεδόν πέρασε στη Λήθη) θεωρώ σκόπιμο να ξεκινήσω ξανά τις δημοσιεύσεις με αυτές τις ιστορίες. Εσείς θα κρίνετε εάν αξίζουν το ενδιαφέρον σας.

Ιστορία Δεύτερη:


Η Συντρόφισσα Γραμματέας……του Άδη


          Η ιστορία αυτή γράφτηκε με την παραίνεση της Ελένης Ρήγα προς τους φίλους της σελίδας της Nyctophilia στο Facebook , μιας εξαιρετικής ιστοσελίδας αφιερωμένης στη Λογοτεχνία του Φανταστικού και του Τρόμου. Η δημιουργός καλούσε τους φίλους της σελίδας να εμπνευστούν από ένα ποίημα που αναφέρονταν σε μια "σατανική γραμματέα" και να γράψουν μια μικρή ιστορία πεντακοσίων λέξεων με αυτό το θέμα στα σχόλια της ανάρτησης της. Αν και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε ο διαγωνισμός, εντούτοις καθώς η ιδέα εγκυμονούσε μέσα μου αρκετό καιρό, την έντυσα με φωτογραφίες και την έστειλα για δημοσίευση σε ιστοσελίδες που όπως φάνηκε τη βρήκαν ενδιαφέρουσα και με τίμησαν με την ανάρτηση της. Πρώτος εκδότης της υπήρξε ο αεικίνητος αρχισυντάκτης του Άβαλον των ΤεχνώνΓιώργος Πισσαλίδης που πάντα προβάλει κείμενα μου και τον ευχαριστώ θερμά για αυτό. Ακολούθησε το ιστολόγιο των Βιβλιοφίλων Έδεσσας του φίλου Δημήτρη Ευαγγελίδη και της εξαιρετικής ομάδας των συνεργατών του που επίσης ευχαριστώ. Η ιστορία συνεχίζει να διαδίδεται και να προκαλεί αδίκως κατά την άποψη μου διότι ο "Σταλινισμός" έχει ομόφωνα καταδικαστεί από τον πολιτισμένο κόσμο.

            
"στις καταδικαστικές αποφάσεις που υπέγραφε ο Σύντροφος" 

              Όχι, δεν υπογράφω τίποτα που δεν ομολόγησα. Σας διαβεβαιώνω σύντροφοι πως τα όσα έκανα είναι αρκετά για να με εκτελέσετε εκατό φορές. Τις ξέρω καλά αυτές τις «ομολογίες» που γράφει το Πολιτικό Γραφείο και βάζει τους συντρόφους μας να υπογράψουν. Αφού ξενυχτήσουν μερόνυχτα. Αφού πεινάσουν αφάνταστα. Αφού τους δείρουν, τους εξευτελίσουν και λίγο πριν ξεχάσουν πως είναι άνθρωποι, υπογράφουν με την τελευταία τους ανάσα στα μουσκεμένα υπόγεια της Λιουμπιάνκα, ότι φαντάστηκε για αυτούς ο Μπέρια.
             
"Η παρασημοφορεμένη με το ανώτατο παράσημο...."
Ξέρω καλά πως κανείς δεν νοιάζεται για τους αναρίθμητους συντρόφους μας που εκτελούνται σε όλες τις φυλακές και τα στρατόπεδα της Σοβιετικής Ένωσης. Ούτε για τα εκατομμύρια των φυλακισμένων που λιώνουν ζωντανοί στα κάτεργα των «νησιών του Αρχιπελάγους». Και γνωρίζω πως εάν δεν του αντιμιλούσα, αν δεν έβριζα τον σύντροφο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, θα συνέχιζα να είμαι η πανίσχυρη ιδιαιτέρα Γραμματέας του Μεγάλου Πατερούλη Στάλιν. Η παρασημοφορεμένη με το ανώτατο παράσημο της «Ηρωϊδας της Σοβιετικής Ένωσης»!!! Η Όλγκα Κοζμοντένσκαγια!!!
              Κανένας δεν θα μου ζητούσε ποτέ τον λόγο για τα εκατοντάδες ονόματα που προσέθετα στις καταδικαστικές αποφάσεις που υπέγραφε ο Σύντροφος Στάλιν και έστελναν στο εκτελεστικό απόσπασμα τον ανθό όλων των φυλών που κατοικούσαν στην απέραντη χώρα μας. Δακτυλογραφούσα τις ατελείωτες καταστάσεις και έβαζα μέσα τις ερωτικές αντιζήλους μου, τους δανειστές μου, όσους με είχαν προσβάλλει ή το σκέφτηκαν, όσους δεν μου άρεσε η προφορά τους, η μυρωδιά τους, το βλέμμα τους, οτιδήποτε.
              
"και έστελναν στο εκτελεστικό απόσπασμα τον ανθό..."
Και όταν σχολνούσα και αφού ο Σύντροφος Στάλιν υπέγραφε τις καταστάσεις, πήγαινα στα σπίτια των μελλοθανάτων, περνούσα από την εργασία τους στα κολχόζ και στις φάμπρικες, έπινα μαζί τους καφέ, έπαιζα χαρτιά ή συζητούσα στις αχτιδικές επιτροπές τα θέματα του Κόμματος. Προσπαθούσα να συγχρονίσω την φιλική παρουσία μου, που ενθουσίαζε τους ανυποψίαστους μελλοθάνατους (καθώς τους επισκέπτονταν η ίδια η Σύντροφος Γραμματέας Του), με τη σύλληψή τους. Κάποιες φορές οι αξιωματικοί που πραγματοποιούσαν τις συλλήψεις ξαφνιάζονταν με την παρουσία μου. Το ξάφνιασμά τους ήταν αρκετό .…
"στα κάτεργα των νησιών του Αρχιπελάγους"
                Αντλούσα απίστευτη ηδονή από την μετάπτωση των θυμάτων από την ευτυχία της συναναστροφής μαζί μου στην φρικτή συνειδητοποίηση της μοίρας που τους επεφύλασσε το Κόμμα. Στρέφονταν σε μένα, με ικέτευαν, ούρλιαζαν για το δίκαιο τους, για την παρανόηση και το λάθος που έκανε η Γκεπεού. Τους υποσχόμουν να μεριμνήσω και να τους απελευθερώσω. Και τότε μόνο είχα οργασμό!!!
                 Μην νομίζετε πως ο Σύντροφος Στάλιν σταμάτησε να υπογράφει θανατικές καταδίκες μετά τον Πόλεμο. Αντιθέτως τότε ήταν που βρέθηκε σε ανθρωποκτόνο παραλήρημα. Πότε του όμως δεν έδειξε πως είχε καταλάβει. Το ήξερε!!!
-          Συντρόφισσα Όλγκα. Ξέρω τι κάνεις. Είσαι ένας «Αξιωματικός του Θανάτου» και σε σέβομαι. Στέλνεις ξέχειλα τα φορτία μου στον Χάροντα, όπως ακριβώς τα θέλει. Αυτά τα ονόματα των εχθρών του Λαού δεν θέλω να τα δακτυλογραφήσεις. Θα τα δώσω εγώ ο ίδιος στην Γκεπεού.
"Ζήτω ο Σύντροφος Στάλιν"
Κοίταξα πάνω από την πλάτη του τα χειρόγραφα με την υπογραφή του Πατερούλη. Ήταν και το δικό μου όνομα μέσα: Όλγκα Κοζμοντένσκαγια. Βγήκα από το γραφείο βρίζοντας χυδαία.
Έτσι τέλειωσε ευδοκίμως η θητεία μου στον Άδη και είμαι περήφανη για αυτό.
Μόνα αυτά υπογράφω και κάντε ότι θέλετε σύντροφοι.
Ζήτω ο Σύντροφος Στάλιν!!!

Θήβα, 14/2/1018      
Τα "πεντακοσαράκια"

     Τρεις ιστορίες ακριβώς πεντακοσίων λέξεων που κατάφεραν και διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς σύντομου διηγήματος. Φαίνεται πως καταφέρνω και έλκω το ενδιαφέρον στις μυθοπλασίες μου όταν αυτές έχουν αυτό το σφριγηλό μέγεθος. Γνωρίζω πως οι φίλοι του ιστολογίου μου πιθανόν να τις έχουν ήδη διαβάσει αφού τις προώθησα στα κοινωνικά δίκτυα και μου εξέφρασαν την ευαρέσκεια τους. Μετά όμως από τόσο καιρό σιωπής στο "Φρούριο" (που πραγματικά σχεδόν πέρασε στη Λήθη) θεωρώ σκόπιμο να ξεκινήσω ξανά τις δημοσιεύσεις με αυτές τις ιστορίες. Εσείς θα κρίνετε εάν αξίζουν το ενδιαφέρον σας.

Ιστορία Πρώτη:

Η επανάσταση των μοσχευμάτων

         Η ιστορία αυτή κατέκτησε την καρδιά της κριτικής επιτροπής της ιστοσελίδας Κοαλάκια και την επέλεξαν για να δημοσιευτεί την πρώτη μέρα του χρόνου. Ως τίτλος επιλέχθηκε ο πιο ταιριαστός με την εποχή "Χριστουγεννιάτικες καρδιές" αλλά καθώς την επαναδημοσιεύω σήμερα μου φαίνεται καταλληλότερος ο παρακάτω διαχρονικός τίτλος:

          Το ελικόπτερο προσγειώθηκε στην οροφή της φαραωνικής έπαυλης που δέσποζε στο κέντρο του κτήματος. Το μέγαρο ήταν φωταγωγημένο. Το ιατρικό προσωπικό κατέβηκε και άρχισε να τρέχει για το εσωτερικό του κτηρίου μεταφέροντας με αγωνία το πολύτιμο τρόπαιο του.
         
"Το ελικόπτερο προσγειώθηκε..."
Οι εκατοντάδες ζάμπλουτοι  καλεσμένοι για το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν της δυναστείας των Ροκφέλλερ έμεναν σιωπηλοί περιμένοντας μέσα στην τερατώδη πολυτέλεια της έπαυλης το ιατρικό ανακοινωθέν για την επισφαλή υγεία του επικεφαλής του Οίκου. Ο Τελετάρχης είχε εκπονήσει δύο πλήρη προγράμματα. Ένα για την ευτυχή έκβαση της μεταμόσχευσης και ένα για την απευκταία. Η ορχήστρα και οι διάσημοι τενόροι θα πλημμύριζαν τους αχανείς χώρους με εύθυμες ή θλιβερές μελωδίες αναλόγως. Οι σεφ μαγείρεψαν εκλεκτά εδέσματα για κάθε περίπτωση ενώ τα στίφη των δημοσιογράφων θα λάμβαναν το κατάλληλο δελτίο τύπου.
         
"μέσα στην τερατώδη πολυτέλεια της έπαυλης...."
Ήταν η έκτη καρδιά που αποσπούσε από θώρακα κοινού θνητού ο 99χρονος μεγιστάνας για να απολαύσει μια παράταση ζωής με τον ομολογημένο πόθο η επιστήμη να του προσφέρει την αθανασία κάποτε. Φέτος όμως τα Χριστούγεννα οι μεταμοσχευμένες καρδιές μέσα στα στήθη των ισχυρών της γης θα γίνονταν σπόρος και θα φύτρωναν τιτάνια επαναστατικά δένδρα αξερίζωτα.
          Τα μεσάνυχτα ο Βαρόνος εισέβαλε στην αίθουσα χορού ακολουθούμενος από τους έντρομους γιατρούς του. Μίλησε απνευστί:
          «Χαρίζω όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του Οίκου μας στους πολίτες της Αφρικής για να νικηθεί η πείνα, η κακουχία και οι αρρώστιες. Μετά τη γιορτή όλοι οι δικηγόροι μας θα σχεδιάσουν τον καλύτερο τρόπο για να διανεμηθεί ο κλεμμένος μας πλούτος χωρίς να κερδίσουν οι μεσάζοντες».
        
"Θα ανοίξω όλα τα μέγαρα μας στους αστέγους...."
Λαχάνιασε, κοκκίνησε και έσπευσε να καθίσει σε μια πολυθρόνα.
         «Θα ανοίξω όλα τα μέγαρα μας στους αστέγους. Θα μετατρέψω τα εργοστάσια όπλων σε τροφίμων, ρούχων και φαρμάκων. Κανένας δεν θα χάσει την εργασία του και όλων ο μισθός θα αυξηθεί.  Καλέστε όλους τους συμπολίτες μας  να γιορτάσουμε στην έπαυλη και κάντε τις ανάλογες ετοιμασίες και στις δικές σας».
         Εκατοντάδες τρομαγμένα βλέμματα απλώθηκαν σε όλες τις αίθουσες. Η «Επανάσταση των χαμένων καρδιών» άρχισε. Όσες ρίζωσαν σε άδικα στήθη, φούντωσαν, κόρωσαν και μεταμόρφωσαν όσους τις έλαβαν σε Ανθρώπους. Η έκτη καρδιά του Ροκφέλλερ διέλυσε την αυτοκρατορία προς όφελος των φτωχών, των παιδιών, των ανέργων, των αστέγων, των αρρώστων. Την ακολούθησαν και όλες όσες μπολιάστηκαν σε σώματα πλουσίων, πολιτικών και βασιλιάδων. Θα ακολουθούσαν και τα άλλα όργανα. «Άρχισαν τα όργανα».
          Ο Έλληνας Πρωθυπουργός έφυγε με ένα τεράστιο χαμόγελο από τους πάγκους της πολυτελούς κουζίνας όπου, όπως και άλλοι πρόεδροι, πρωθυπουργοί και δικτάτορες περίμεναν υπομονετικά να τους καλέσουν στην αίθουσα. Ο υπερκινητικός Βαρόνος είχε εισβάλλει στην κουζίνα και τους ανακοίνωσε το σβήσιμο όλων των εθνικών χρεών των κρατών τους προς τον κολοσσό των Ρότσιλντ-Ροκφέλλερ και την κάλυψη των χρεών τους προς τρίτους (ποιους άραγε;) από τα ανυπολόγιστα αποθέματα των Δυναστειών τους. Άνθρωποι και κράτη θα έκαναν φέτος Χριστούγεννα.
        Η νέα του καρδιά πετάριζε ανήσυχα υπαγορεύοντας με φρενήρη ρυθμό ένα νέο παγκόσμιο συμβόλαιο ισότητας, αγάπης, φιλίας που αποτυπώνονταν σε νόμους , συνθήκες και Χάρτες σε όλο τον κόσμο και μαζί της τιτίβιζαν τις οδηγίες συντονισμένες οι μεταμοσχευμένες καρδιές στα στήθη των μεγιστάνων. Οι γιγάντιες πύλες της έπαυλης άνοιξαν και χιλιάδες άνθρωποι μπήκαν στους στολισμένους κήπους του Βαρόνου. Αγκαλιάζονταν, φιλιούνταν, έκαναν πρόποση με γλυκόπιοτα ποτά, γεύονταν σπάνια εδέσματα, θαύμαζαν εκθαμβωτικά έργα τέχνης στους διαδρόμους του μεγάρου.
       Όταν όλοι οι άνθρωποι γιόρτασαν μαζί σε όλο τον κόσμο τα Χριστούγεννα ο παφλασμός του αίματος στις βαλβίδες της μεταμοσχευμένης καρδιάς του Ροκφέλλερ έγινε ψίθυρος και η καρδιά του σίγησε σαν το χριστουγεννιάτικο στολίδι που μαζεύεται στο κουτί μέχρι την επόμενη γιορτή και ο Βαρόνος αναπαύτηκε χαμογελαστός.
           Φέτος ο Θεός «στόλισε» τα στήθη των ανθρώπων με χριστουγεννιάτικες καρδούλες και το δένδρο που αυτές πότισαν θέριεψε και έλαμψε πιο φωτεινό από ποτέ!!!  

Θήβα, 14 Δεκεμβρίου 2017


           

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ποίημα: Στις μικρές ερασιτεχνικές ομάδες

      Συμμετέχω στην ψηφιακή συλλογή Ποίησης E-poem 


           Από τις πολύ προσεγμένες εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές του φίλου εκδότη Γιώργου Σωτήρχου και σε επιμέλεια της Ευδοξίας Γραμμένου, κυκλοφορεί το e-book με τον τίτλο E-poem. Στην ποιητική αυτή συλλογή έχω την τιμή να συμμετέχω με τέσσερα ποιήματα μου που τα ενέταξα σε μία σύνθεση με γενικό τίτλο Αθλητική Ποίηση. Στο Φρούριο της Λήθης έχω παρουσιάσει κατά καιρούς αυτές τις συνθέσεις μου που μου ενέπνευσε η ενασχόληση μου με τον Αθλητισμό. Πρόκειται για τα ποιήματα "Το ποίημα του αθλητή" , το "Χειροκρότησε τον Νέρωνα" και το "Ζώντες Ζάνες".  Ακόμη ένα επίσης (δεν θα το βρείτε στο ηλεκτρονικό βιβλίο) είναι το "Με σπονδές ιδρώτα" που εκτιμήθηκε από αρκετούς διαχειριστές ιστοσελίδων, όπως ο λογοτέχνης Γεράσιμος Μοσχόπουλος, που με τίμησαν με την δημοσίευση του. Το τέταρτο αυτής της σύνθεσης  με τίτλο "Στις μικρές ερασιτεχνικές ομάδες" δεν το δημοσίευσα μέχρι σήμερα αν και έχει γραφεί πριν αρκετό καιρό. Το υποβάλλω στην κρίση σας και σας καλώ, εάν σας αρέσει και σας εμπνέει, να το συστήσετε στους φίλους σας αλλά και να αποκτήσετε το ηλεκτρονικό βιβλίο που περιλαμβάνει εξαιρετικά ποιήματα νέων κυρίως ποιητών.


  Στις μικρές ερασιτεχνικές ομάδες 


Γιατί δεν παίζουν μόνο ποδόσφαιρο οι ερασιτέχνες

Στων μικρών ερασιτεχνικών ομάδων τις κοινωνίες,
με τα λίγα μέλη, τα όσα πρέπει,
 όπου ξεχνούν να σημειώσουν τις αποδημίες στα βιβλία τους,
και οι ενηλικιώσεις των παιδιών τους, με χαρά γίνονται δεκτές μιας κι αυξάνονται τα μέλη.


Εκεί, κι’ ας το επεδίωξαν στη θεμελίωσή τους να είναι οι Πρόεδροι,
ως να ιδρύονταν καινούρια αποικία,
υποφέρουν όλοι μαζί και όσοι απ’ αυτούς τις εμπνευστήκαν
δεν μπορούν, τα αθλητικά να μην φορέσουν,
δεν μπορούν, στο γήπεδο να αρνηθούν να μπουν,
κι’ ας είναι
αθλητές απόμαχοι και η ομάδα τους καφενείο του χωριού,
μόνο γνωστή στους ίδιους,
μηδέποτε θέμα στις ειδήσεις και στων εφημερίδων μόνο στα ψιλά.


Δεν είναι η χαρά της κίνησης,
ποτέ αυτή δεν ήταν από μόνη της αρκετή,
όχι πάντως στις αθλοπαιδιές.
Είναι της εβδομάδας που προηγείται του αγώνα,
οι συζητήσεις, η ιεροτελεστία της στολής,
ο αριθμός της που με μαγική επωδό μοιάζει,
στα αποδυτήρια καλώντας, ποιος ξέρει ποιές δυνάμεις.
Οι ελλείψεις και οι κακοτεχνίες
είναι στη μνήμη τους που μένουν ζωντανές.


Μόνο εκεί,
στις ερασιτεχνικές ομάδες,
κάθε Κυριακή τελούνται Ολυμπιάδες.
Την οσμή αυτών των θυσιών,
τον ιδρώτα, το αίμα των τραυματισμών,
την κνίσα του χρόνου του ελεύθερου που καίγεται,
τις επικλήσεις των αγαθοδαιμόνων στους καυγάδες των συζύγων,
καθώς θα λείπουν απ’ το σπίτι κι’ αυτή την Κυριακή.


Αυτές τις θυσίες δέχονται με χαρά οι εναγώνιοι Θεοί.
Μόνο εκεί ο Ολυμπισμός κατοικεί,
στις μικρές ομάδες τις ερασιτεχνικές.


Κι’ αν σταματήσει κάποιου η καρδιά,
την ώρα που αγωνίζεται,
αυτόν θα στέψουν οι Ελλανοδίκες νικητή,
γιατί,
τον νίκησε με δόλο η σύγχρονη ζωή,
με άγχος, με δηλητήριο τροφή,
με αέρα βρώμικο, χωρίς Θεούς.


Και οι Ζάνες, εδώ και πολύ καιρό,
κοσμούν την Εθνική οδό μας,
σε όλο της το μήκος,
στο βάθρο τους όμως,
το όνομα κανενός ερασιτέχνη δεν θα βρεις,
γιατί ήταν, είναι και θα είναι
Ο μόνος δικαίως νικητής.


Ιωάννης Μπαχάς
   Θεσσαλονίκη, 16/8/2015