Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Διήγημα: Το Ταξίδι Αρχίζει...

Το Ταξίδι Αρχίζει... 

Διήγημα του Χρήστου Κυρκενίδη

"Η δικιά μας είναι;"
    Βημάτιζε αμήχανα πέρα δώθε. Τα βήματά του ακούγονταν στο δάπεδο του προθαλάμου του χειρουργείου. Του χειρουργείου που βρισκόταν η γυναίκα του. Η μέρα είχε ξεκινήσει υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες. Είχαν επισκεφτεί τον γιατρό για έναν τυπικό έλεγχο και αυτός τους είπε ότι πρέπει να την κρατήσουν. Ο τοκετός πλησίαζε. Βέβαια το ότι πλησίαζε τους το είπαν το πρωί, άλλα είχε βραδιάσει. Η κόρη τους σκόπευε να τους παιδέψει μέχρι να τη δουν.
Το μυαλό του το αισθανόταν σα την θάλασσα. Πλημμυρίδα και άμπωτη. Τη μια στιγμή ένοιωθε ότι σκεφτόταν εκατομμύρια πράγματα ταυτόχρονα και την επόμενη ότι ήταν εντελώς άδειο, σαν να μην είχε σκεφτεί ποτέ του τίποτα. Δεν ένοιωθε άγχος, ήταν από τη φύση του αισιόδοξος άνθρωπος, αλλά μια ανησυχία την είχε. Τις στιγμές της πλημμυρίδας στο μυαλό.
Τη στιγμή που τελείωνε τη χιλιοστή διαδρομή από τον ένα τοίχο στον άλλο, ακούστηκε ένα δυνατό και καθαρό κλάμα μωρού. Ήταν τόσο δυνατό και καθαρό που ακούστηκε μέχρι και έξω στο διάδρομο κάνοντας τη νεόκοπη γιαγια να ανοίξει την πόρτα και να ρωτήσει το γιο της με μάτια που γυάλιζαν από τα δάκρυα : «Η δικιά μας είναι;».
Μετά από λίγα λεπτά, μία νοσοκόμα έβγαλε την κόρη του από το χειρουργείο και τότε την είδε για πρώτη φορά. Είχε πυκνά μαύρα μαλλία και ορθάνοικτα μάτια που έμοιαζαν να σε κοιτάνε κατάματα. Ήταν ροδοκόκκινη και έμοιαζε σε αρκετά καλή κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη το ζόρι που είχε περάσει μέχρι να γεννηθεί. Αλλά ήταν εκεί, γεννημένη και υγιέστατη, όπως υγιέστατη ήταν και η γυναίκα του, πέρα από την κούραση του πολύωρου τοκετού.
Η νοσοκόμα του είπε να έρθει μαζί της και πήγανε όλοι μαζί έξω στο διάδρομο, όπου οι γιαγιάδες και ο θείος την είδαν και αυτοί για πρώτη φορά. Χαρές και κλάματα. Έπειτα πήγανε στην αίθουσα των νεογνών. Η νοσοκόμα του είπε να περιμένει σε ένα δωματιάκι όπου υπήρχε μια τζαμαρία που του επέτρεπε να παρατηρεί την όλη διαδικασία. Πήραν την κόρη του, την έπλυναν, την σκούπισαν - λίγο βάρβαρα, όπως του φάνηκε, είναι η αλήθεια – και την ζύγισαν. Μετά, της έβαλαν και μελάνι στο ποδαράκι της και πήραν ένα μωρουδίστικο αποτυπωματάκι.
Όταν τελείωσαν όλα αυτά, τη φασκιώσανε και τη φέρανε στο μικρό δωματιάκι και χωρίς καμιά προειδοποίηση την έβαλαν στην αγκαλιά του. Στην αρχή ξαφνιάστηκε, μιας και δεν περίμενε να επιτρέπεται αγκαλιά σε μωρό λίγων λεπτών. Επίσης, φοβόταν ακόμα και να ανασάνει όσο την κρατούσε. Τότε εκείνη τον κοίταξε κατευθείαν μέσα στα μάτια, του έσφιξε το δάκτυλο με το χεράκι της και του χαμογέλασε. Το ταξίδι αρχιζει.


Χρήστος Κυρκενίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου